ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;

Μιλώντας για την Ορθοδοξία, δεν πρέπει να επαναλαμβάνουμε το λάθος του Πιλάτου, όταν ερώτησε τον Χριστό: «Τί έστιν αλήθεια;» (Ίωάνν. 18, 38). Το ορθό είναι: «Τίς έστιν αλήθεια». Διότι η αλήθεια δεν είναι μία ιδέα, μία θεωρία, ένα σύστημα, αλλά πρόσωπο το Πανάγιο Πρόσωπο του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, του Ιησού Χρίστου. Έτσι πρέπει να ερωτήσουμε και για την Ορθοδοξία, διότι ταυτίζεται με το θεανθρώπινο Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Αυτός, ώς Θεάνθρωπος, είναι η Ορθοδοξία μας, η Παναλήθειά μας.
1. Αν θέλαμε να ορίσουμε, συμβατικά, τον Χριστιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμπειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού)1 μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του ανθρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». Με δεδομένη τη διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει τη δυνατότητα διατήρησης η αποκατάστασης της υγείας του, αλλά και στις δύο περιπτώσεις μέσα από μία ορισμένη θεραπευτική διαδικασία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής.
Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η Θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν» αυτό που ο Θεός είναι απο τη φύση του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυτή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας. Δεν πρόκειται για μία ηθική βελτίωση του άνθρωπου, αλλά για την εν Χριστώ άνα-δημιουργία, ανά-πλαση, ανθρώπου και κοινωνίας, μέσα απο την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με τον Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Αυτό εκφράζει η φράση του Άπ. Παύλου (Β’ Κορ. 5, 17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χριστό είναι καινούργιο δημιούργημα. Γι’ αυτό χριστιανικά η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική είσοδος του Αιώνιου και Υπέρχρονου μέσα στον ιστορικό χρόνο, είναι η άρχή ενός νέου κόσμου μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχίζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυθεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων. Η Εκκλησία, ως «σώμα Χρίστου» και εν Χριστώ κοινωνία υπάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει τη σωτηρία, ως ένταξη άνθρωπου και κοινωνίας σ’ αυτή την αναγεννητική διαδικασία2. Τό σωστικό αυτο έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μη συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί στην ιστορία ως ένα παγκόσμιο Θεραπευτήριο. «Ίατρείον πνευματικόν» (πνευματικό νοσοκομείο) ονομάζεται η Εκκλησία απο τον ιερό Χρυσόστομο (†407). Στη συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα:
- 1) Ποιά είναι η αρρώστια, την οποία θεραπεύει η χριστιανική Ορθοδοξία,
- 2) ποιά είναι η θεραπευτική μέθοδος, που εφαρμόζει και
- 3) ποιά είναι η ταυτότητα του αυθεντικού Χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας3
Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα μνημονικό σύστημα, την καρδιακή η νοερά μνήμη, που λειτουργεί μέσα στην καρδιά και την αγνοεί η ιατρική επιστήμη. Η καρδιά, στην ορθόδοξη παράδοση δεν λειτουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίματος. Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μία υπερφυσική λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται ο χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλαδή ενέργεια Του. Βέβαια, αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από την εμπειρία των Αγίων, των αληθινών Χριστιανών, και όχι με τη λογική λειτουργία η τη διανοητική θεολόγηση.
Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (†1809), ανακεφαλαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικόν Έγχειρίδιον» ονομάζει την καρδιά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσικό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από πάθη. Η υπερφυσική λειτουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλαδή τη θέωση του, ως πλήρη ένταξη του στήν εν Χριστώ κοινωνία.
Στήν υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νού. Στον γλωσσικό κώδικα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του άνθρωπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στη θέα του Θεού η Θεοπτία. Βέβαια, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης καί απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσιαστική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού. Η ενέργεια του νού μέσα στηη καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» της καρδιάς. Διευκρινίζουμε και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ενεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νούς στην καρδιά.
Η νοερά λειτουργία πραγματοποιείται ώς αδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α’Θεσσ. 5, 17) του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γάλ. 4, 6 Ρωμ. 8, 26 Α’ Θεσσ. 5, 19) και ονομάζεται από τους Αγίους Πατέρες μας «μνήμη Θεού». “Έχοντας ο άνθρωπος στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8, 11). Ο Μ. Βασίλειος στη β’ επιστολή του λέγει, οτι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νούς «αναχωρεί» προς τον Θεό, έχει δηλαδή κοινωνία με τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει, οτι ο ενεργούμενος από τη θεία ενέργεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία η σε κάποια έκ-σταση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις όποιες ασχολείται η λογική. Γιά να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα, που μας αγγίζει. Ένας επιστήμονας, που έχει αποκτήσει τη νοερά του λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλήματα του, ενώ ο νους του, μέσα στην καρδιά, διατηρεί αδιάλειπτη την μνήμη του Θεού. Αυτός είναι ορθόδοξα ο υγιής (normal) άνθρωπος (ο Άγιος). Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του άνθρωπου προς την αγιότητα.
Η αλειτουργία η υπολειτουργία της νοεράς ενέργειας του άνθρωπου ειναι η ουσία της πτώσεως. Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του άνθρωπου, στην αρχή ακόμη της ιστορικής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του.
Σ’ αυτή τη νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι απόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο ηθικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας †444) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως ακριβώς η αρρώστια κάποιου δένδρου μεταδίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.
Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας η της μνήμης του Θεού και η σύγχυση της με τη λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει σέ όλους μας, υποδουλώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικισμό και την αντικοινωνικότητα. Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της ατομικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Χρήση του Θεού γίνεται με τη «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θείου), που μπορεί να εκφυλισθεί σε αύτοθεοποίηση του άνθρωπου («αυτείδωλον εγενόμην» λέγει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγα Κανόνα» του). Χρήση του συνανθρώπου και κατ’ επέκταση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση τους με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή είναι λοιπόν, η νόσος, την οποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ολόκληρος στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλησίας4.
Η ανάγκη θεραπείας του άνθρωπου, κατά τα παραπάνω είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε άνθρωπου στη φυσική του ύπαρξη με την επανενεργοποίηση και της τρίτης (νοεράς) μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνεται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδελφός με τον συνάνθρωπο του, πρέπει η ιδιοτέλεια του, που λειτουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ. Α’Κορ. 13, 8: «η αγάπη… ού ζητεί τα εαυτής»). Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ. 5, 8″ Α’ Ίωάν. 4, 7 έ.) που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και τό κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτημοσύνη», άλλά η «ακτημοσύνη», ως αύτοπαραίτηση από κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δικαιοσύνη.
Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονομημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεως μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό η αιώνιο θάνατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από τή Χάρη του Θεού. Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες εστίες του άνθρωπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χρίστου και την ανάσταση του. Ο Χριστιανός ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή-Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης, που δέχεται με τη μετοχή του στη μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευόμενος άνθρωπος, πού δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.
4. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:
- α) Η Εκκλησία ως σώμα Χρίστου, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία, αλλά Θρησκεία. Οι Κληρικοί, εκλέγονταν αρχικά από τους θεραπευμένους, γιά νά λειτουργοΰν ώς θεραπευτές τών άλλων. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση, συνεχίζουν την Εκκλησία των αποστολικών χρόνων.
- β) Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπείας είναι οι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής επιστήμης και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.
- γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγχώρηση των αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον! Η Εκκλησία δεν αποβλέπει στο να στείλει κάποιον στον παράδεισο η στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δέν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θεραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο φώς Του ως παράδεισο και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πύρ καταναλίσκον» (Έβρ. 12, 29). Και αυτό, φυσικά, άφορα σε κάθε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώνια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.
- δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). “Έτσι, διαφοροποιείται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο και της ποιμαντικής θεραπευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευματικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς τη θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στη μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του άνθρωπου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο (εδώ και τώρα). Αυτό διαπιστώνεται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων που νικούν τη βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεοδώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονίκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της θεραπευτικής της Εκκλησίας. Θα παρακαλούσα δε τον ιατρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχθεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χάρης. Διότι τη στιγμή ακριβώς, που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα, και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία. Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύματα, ως αποδείξεις της θεώσεως, διότι ανήκουν σε άλλη σφαίρα.
- ε) Τέλος, τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κάποια χριστιανική ιδεολογία, άλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα, λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η άπλή ανάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση, που ο ασθενής καταφεύγει στο γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο!
π. Γεωργίου Μεταλληνού
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι η Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1984. Του Ιδιου. Η Θρησκεία ειίναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της, στον τόμο: Ορθοδοξία. Ελληνισμός… “Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β’ Τόμος, 1996, σ. 67-87. Του Ίδιου. Church Synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΠΑ,τ. 63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ. 66 (1995) 646-680. π. Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μη-τροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, “Εδεσσα 1986. Του Ίδιου. Μικρά Είσοδος στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Αθήνα 1992. Του Ίδιου, Υπαρξιακή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία. Λεβαδειά 1995. Του Ιδίου, Η Ιατρική εν Πνεύματι Επιστήμη, Λεβαδειά 2009. Ακόμη, οι μελέτες: Γ.Α. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθήνα 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αθήνα 1996 κ.ά.
- 1. Άκτιστος ( = αδημιούργητος. Άπλαστος στη λαική γλώσσα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, η δημιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπαντική» δύναμη, κατά τη γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, όλοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όντας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο. Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Άκτιστου. Και γι’ αυτό το “Α-κτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.
- 2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του β’ αιώνα, ο Ποιμήν του Έρμα, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χρίστου, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!
- 3. Κατά τον π. Ρωμανίδη, στον οποίον κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπευτικόασκητική) θεώρηση της Πίστεως μας, σε ακαδημαΐκο μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε « ταύτιση» άκτιστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στη ειδωλολατρία. Ο «Θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις- νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη πατερική «Ορθοδοξία»). Σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και τελικά, η «χρήση» του Θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση:do, utdes). Στη δική μας όμως, παράδοση ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξεθμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ιωαν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α’ Ιωάν.4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δε ζητεί τίποτε από τα πλάσματα Του. Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης, που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.
- 4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λειτουργικός λόγος: «Ευατούς και αλλήλους και πάσιν την ζωήν ημών Χριστό το Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στη Μονές, όταν λειτουργούν ορθόδοξα, φυσικά. Γι’αυτό οι Μονές μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου».
Γέρων Παΐσιος: Θάθελα νάμουν το αλητάκι του Θεού· αλλά την πάτησα βλέπεις…

Για να μην το πούμε και κάπως αλλιώς, όπως τόσο πετυχημένα τόπε ο γέρο-Παΐσιος: “Αν ξανάρχιζα τη ζωή μου δεν θα πιανόμουνα σαν το έξυπνο πουλί απ’ τη μύτη και δεν θα δεσμευόμουνα πουθενά. Αλλά θα ήμουν το αλητάκι του Θεού. Θάμουν αδέσμευτος, τελείως ελεύθερος και πάντοτε προσευχόμενος. Αντί για ράσο, θα φορούσα μια καμπαρτίνα και θ’ αλώνιζα όπου ήθελα, χωρίς να με προσέχει κανείς. Αλλά την πάτησα βλέπεις…”.
Και ποια είν’ η απάντηση σ’ όλ’ αυτά; Ο Χριστός δεν θέλει τα πριγκιπόπουλά Του ούτε δούλους, ούτε ευγενείς, ούτε ένδοξους, ούτε προ πάντων “αγίους”. Δηλαδή δεν θέλει τα παιδιά Του σαμαρωμένα απ’ το ντουνιά και τους ανθρώπους· καθ’ ότι η καλή γνώμη του άλλου καταντάει ένα σαμάρι που σου φοράει και σε καβαλάει όλος αυτός ο ντουνιάς. Διότι γίνεσαι όπως σε θέλουν, για νάχεις την καλή τους γνώμη. Αφού το ξέρεις, ότι αν φερθείς ελεύθερα, δεν θα σε θέλουν· δεν κάνεις γι’ “άγιος”.
Απόσπασμα, σελ. 103-105
Ο Θεός τις έσχατες μέρες θ’ απλώσει το πνεύμα Του κι εκτός της επίσημης εκκλησιαστικής δομής. Απλοί άνθρωποι θα μπορούν να λένε ουράνια πράγματα, σ’ αντικατάσταση κι εξισορρόπηση της φτώχειας των γερόντων και των λοιπών πνευματικών καθοδηγητών. Όσο θ’ αυξάνει η ανομία κι η αποστασία, κι η επίσημη Εκκλησία θα γίνεται ανεπαρκής και δεν θα πείθει, τότε θα πλουτίζονται κάποιες καρδιές με την παρουσία και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Κι αυτή θα είναι η λύση από δω και πέρα.
Η Θεία Πρόνοια θα φροντίσει με πολλή προσοχή κι αγάπη όλες τις δύσκολες κι αποφασιστικές στιγμές της ζωής σου. Κι αν χρειαστεί, δεν θα διστάσει και εκ των λίθων να εγείρει τέκνα τω Αβραάμ, εφ’ όσον απολιθώθηκαν αυτοί που έπρεπε να διδάσκουν τα μυστικά της πνευματικής ζωής, υγιώς, στον λαό του Θεού.
Θα σου πω ένα γεγονός, τι σημαίνει ότι το Άγιο Πνεύμα θα εγείρει τέκνα τω Αβραάμ εκ των λίθων. Όταν συζητήσαμε με τον γέρο-Σωφρόνιο και του μετέφερα το ερώτημα κάποιων πατέρων, ότι στο Σινά υπάρχει βαθιά πνευματική ορφάνια και τέλεια εγκατάλειψη των παιδιών, αυτός πόνεσε πολύ και μου απάντησε: “Αδελφός υπ’ αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά εστί. Κι ο Θεός έχει υποχρέωση να καλύψει τα υπόλοιπα”.
Τότε αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα, να δω αν λειτουργεί αυτό το φαινόμενο. Σε κάποιο Μοναστήρι στην Ελλάδα, υπήρχε ένα ησυχαστήριο όπου ζούσε γέροντας και υποτακτικός. Ο γέροντας αυτός μούστειλε μήνυμα στο Σινά ότι θέλει να με δει. Όταν έφθασε η ώρα που θα πήγαινα στην Ελλάδα, αντιμετώπισα ένα ηθικό δίλημμα. Στο Μοναστήρι αυτό είχαμε διαφωνήσει με τον ηγούμενο και προφανώς η παρουσία μου εκεί, θα δημιουργούσε ένταση. Απ’ την άλλη, κάποιοι μοναχοί αυτού του Μοναστηριού, απλά παιδιά, μούστειλαν το δικό τους μήνυμα μ’ ένα μου γνωστό: “Πληγωθήκαμε που πέρασες και δεν ήρθες να μας δεις. Μη το ξανακάνεις”.
Δηλαδή το θέμα ήταν πολύ απλό: Ο μεν άγιος Καθηγούμενος και 2-3 μοναχοί του που αποτελούσαν την κάστα του, φοβόντουσαν ότι ετούτος είναι επαναστάτης και θα χαλάσει τα καλογέρια του (και με το δίκιο του βέβαια φοβόταν). Αλλά τα καλογέρια αγαπούσαν τον επαναστάτη, διότι είναι πανανθρώπινο φαινόμενο αυτό· ο επαναστάτης ν’ αγαπιέται σχεδόν απ’ όλους.
Μπροστά λοιπόν σ’ αυτό το δίλημμα, πήγα σ’ ένα μοναχό που τάτσουζε συχνά· κι εκείνη τη στιγμή τάχε τσούξει λίγο παραπάνω. Όταν άκουσε το πρόβλημά μου, έκανε το κεφάλι του μερικές κινήσεις πέρα-δώθε σαν εκκρεμές, ψάχνοντας το κέντρο για να σταθεροποιηθεί· κι αφού το κατόρθωσε, μου απάντησε:
- Άκου δω Μιχαήλ. Θα πρέπει ν’ ανεξαρτοποιηθείς από τέτοια φαινόμενα. Έχεις δουλειά σ’ αυτό το ησυχαστήριο; Τράβα να κάνεις τη δουλειά σου. Και μετά, δες μέσα σου· εάν σου πάει να περάσεις για καφέ απ’ το Μοναστήρι, μην υπολογίζεις κανένα. Τράβα και στρώσου στο αρχονταρίκι και πιες τον καφέ σου άνετα και γράψτους όλους. Αν όμως η καρδιά σου σφίγγεται, μην πας. Όσο δε για τον τρόπο σου, είναι υπερβάλλοντες συναισθηματισμοί όλ’ αυτά και δεν είναι για μας τέτοια πράγματα. Γι’ αυτό γινόμαστε και μοναχοί, να ζούμε αδέσμευτοι κι ελεύθεροι σαν τα πουλιά.
Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε ένα μπουκάλι και συνέχισε:
- Να σε κεράσω ένα κονιάκ πριν φύγεις.
Συμπέρασμα: Εάν πραγματικά το θέλεις και χρειάζεσαι κάτι πνευματικό, από μια απλή συμβουλή μέχρι καθοδήγηση κι επεξήγηση σε υψηλή προσευχητική κατάσταση, τότε το Άγιο Πνεύμα θα κινήσει γη και ουρανό για να βρει τον κατάλληλο που σου χρειάζεται. Κι αν δεν υπάρχει αυτός, τότε θα σου στείλει άγγελο για να κάνει τη δουλειά Του. Αρκεί μόνο να λαχταράς πραγματικά μέσα σου το Θεό.
Απόσπασμα, σελ. 95-96
Η κατά Χριστόν σαλότης
Λαμβάνοντας αφορμή από τον λόγο του Αποστόλου Παύλου “ημείς μωροί δια Χριστόν” (Α’ Κορ. δ’, 10) που αντιδιαστέλλει την ζωή των γνησίων μαθητών του Χριστού με την ζωή των κιβδήλων Χριστιανών που παρουσιάζονται ως “φρόνιμοι” κατά κόσμο, θα διατυπώσουμε μερικές σκέψεις γύρω από την κατά Χριστόν σαλότητα.Θα δούμε ποιοί είναι οι κατά Χριστόν σαλοί, με την γενική και την ειδική σημασία της λέξεως και ποιά είναι η ουσία και το περιεχόμενο της κατά Χριστόν σαλότητος.
Πρέπει να αρχίσουμε από την απάντηση στο ερώτημα ποιός είναι ο φυσικός άνθρωπος, και πώς ο σημερινός άνθρωπος εκλαμβάνει την φυσικότητα. Στην ζωή της ανθρωπότητος υπάρχει ένα βαθύ, συγκλονιστικό τραύμα, που αλλοίωσε ολόκληρη την ζωή της.
Είναι η πτώση του Αδάμ. Κατ’ αυτήν διεστράφησαν όλες οι εσωτερικές ψυχικές δυνάμεις, αλλοιώθηκε όλη η κτίση. Ο άνθρωπος φόρεσε τους δερματίνους χιτώνες, που είναι η φθορά και η θνητότητα και περιέπεσε στην παρά φύση ζωή.
Έχασε το ενοποιητικό κέντρο που ήταν ο Θεός και προσπάθησε να γίνη ο ίδιος κέντρο της κτίσεως και της ιστορίας. Έτσι από τον Θεάνθρωπο φθάσαμε στον “ανθρωποθεό”.. Το φοβερό είναι ότι αυτήν την παρά φύση ζωή θεωρούν πολλοί ως φυσική ζωή. Αυτό είναι τρομερό σφάλμα που δείχνει την πτώση μας.
Το να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα σύμφωνα με τον νόμο των αισθήσεων (ζωώδης τρόπος) το θεωρούμε φυσικό, αφύσικη δε την ζωή της εγκρατείας, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι οι άνθρωποι εκείνους που γνωρίζουν “δούναι και λαβείν και αγοράζειν και πωλείν, πραγματεύεσθαι και αφυστερείν τα του πλησίον και πλεονεκτείν… τούτους φρονίμους αποκαλούσιν, ο δε Θεός μωρούς και ασυνέτους και αμαρτωλούς τους τοιούτους καλεί”..
Από το σημείο αυτό ξεκινά και η άποψη ότι ο κόσμος αυτούς που πολιτεύονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και αυτούς που προσπαθούν να προσαρμόσουν την ζωή τους σύμφωνα με την εντολή του Θεού τους θεωρεί τρελλούς, σαλούς, μωρούς, ανοήτους, οπισθοδρομικούς και καθυστερημένους.
Έτσι, η κατά Χριστόν σαλότης είναι αληθινό στοιχείο φανερώσεως φυσικότητος και αληθινότητος. .
Φθάνουμε έτσι στο σημείο να υποστηρίξουμε ότι όλη η πνευματική ζωή, ως ξένη προς τα ανθρώπινα κριτήρια, είναι σαλότης, μωρία.
Οι άνθρωποι των αισθήσεων του αιώνος τούτου του “απατεώνος” έδωσαν αυτόν τον χαρακτηρισμό (τού τρελλού) σε όλους τους αγίους, αρχής γενομένης από τον Χριστό.
Για τον Χριστό “έλεγον ότι εξέστη και οι γραμματείς οι από Ιεροσολύμων καταβάντες έλεγον ότι Βεελζεβούλ έχει και ότι εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια” (Μάρκ. γ’, 21-22). Σε άλλη περίπτωση είπαν ότι “δαιμόνιον έχει και μαίνεται” (Ιω. ι’, 20). .
Επίσης, τους Μαθητάς, όταν αναγεννήθηκαν την ημέρα της Πεντηκοστής και έγιναν άνθρωποι του μέλλοντος αιώνος, οι άνθρωποι του αιώνος τούτου αδυνατούσαν να καταλάβουν, αλλά “χλευάζοντες έλεγον ότι γλεύκους μεμεστωμένοι εισί” (Πράξ. β’, 13).
Το ίδιο έλεγε και για τον Απόστολο Παύλο ο Φήστος, όταν αναφώνησε “μεγάλη τη φωνή μαίνη Παύλε”, αλλά τότε ο Απόστολος αποκρίθηκε “ου μαίνομαι, κράτιστε Φήστε, αλλά αληθείας και σωφροσύνης ρήματα αποφθέγγομαι”. (Πράξ. κστ’, 24-25). .
Πράγματι, τα ρήματα της σωφροσύνης είναι τρέλλα για τους ζώντας στον κόσμο των αισθήσεων. Όλη η πνευματική ζωή είναι μια υγιής σαλότης.
Η πίστη στον Θεό και όχι στην ανθρώπινη λογική και στα εξωτερικά βέβαια γεγονότα, η ασκητική ζωή μέσα στον γάμο ή την παρθενία, όπως διδάσκει η Εκκλησία μας, η αυτομεμψία και η κένωση-ταπείνωση θεωρούνται από τον κόσμο μωρία.
Αλλά, όπως λέγει ο Μ. Αθανάσιος, “εκείνος που θέλει να σωθή κάνει τον εαυτό του μωρό στον κόσμο τούτο για να θεωρηθή σοφός… γιατί ο Θεός θέλει να είμαστε μωροί στα γήινα και φρόνιμοι στα επουράνια”. .
Πέρα όμως από αυτήν την αλήθεια υπάρχει και ιδιαίτερο χάρισμα που αξιώθηκαν μερικοί να αποκτήσουν, να φθάσουν δηλαδή στην έσχατη σαλότητα, να κάνουν τον τρελλό, τον σαλό για πολλούς λόγους. Άλλοτε για να φθάσουν οι ίδιοι στην έσχατη εξουθένωση και ταπείνωση, λόγω των πολλών χαρισμάτων που έλαβαν από τον Θεό και μπροστά στον κίνδυνο να υπερηφανευθούν, άλλοτε για να εμπαίξουν την αξιοπρέπεια και τον καθωσπρεπισμό του κόσμου, τα εκκοσμικευμένα θρησκευτικά κριτήρια και την υποκρισία, άλλοτε για να αναλάβουν επάνω τους την ενοχή των άλλων ανθρώπων και να σώσουν εκείνους που οι άλλοι περιφρονούσαν και άλλοτε για πολλά άλλα αίτια.
Υπάρχουν μέσα στα συναξάρια της Εκκλησίας πολλές μορφές σαλότητος. .
Ιδιαίτερα πρέπει να μνημονεύσουμε τον άγιο Ανδρέα ο οποίος είδε στον ύπνο του έναν ευκλεή νεανία που τον στεφάνωσε, τον φίλησε και του είπε: “από του νυν ημέτερος εί φίλος και αδελφός… γίνου σαλός δι’ εμέ…”. Ακόμη πρέπει να μνημονευθή ο άγιος Συμεών Εμέσης που είπε: “εν τη δυνάμει του Χριστού υπάγω εμπαίζειν τον κόσμον”.
Και πραγματικά τον ενέπαιξε. Ξεγύμνωσε όλη την υποκριτική θρησκευτική αγωγή. .
Βέβαια, πρέπει να τονίσουμε ότι οι περιπτώσεις αυτού του είδους σαλών είναι ακραίες, αλλά αυτοί οι άγιοι δεν διάλεξαν από μόνοι τους αυτόν τον τρόπο ζωής.
Έλαβαν το ειδικό χάρισμα από τον Θεό, που φυσικά συνδυάζεται με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, γιατί δεν μπορούν όλοι να κάνουν τον σαλό. .
Πάντως, πρέπει ιδιαιτέρως να υπογραμμισθή αυτό που προαναφέραμε, ότι όλη η πνευματική ζωή έχει στοιχεία λογικής σαλότητος.
Τέτοιοι ήταν όλοι οι άγιοι Απόστολοι, όπως ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, “άστεγος ήν και ατράπεζος, πένης, αλήτης, γυμνός λιμώ και δίψη κατατρυχόμενος”.
Τέτοιοι ήσαν οι μάρτυρες, οι όσιοι, οι ασκητές και όλοι οι ευαγγελικώς ζώντες. . Τέτοιοι είναι και σήμερα όσοι αγαπούν τον Χριστό και για την αγάπη Του αποφασίζουν να κάνουν τρελλά πράγματα.
Όταν κανείς αποφασίση να ζήση το Ευαγγέλιο, τότε οι άλλοι τον ειρωνεύονται ότι τρελλάθηκε.
Όσοι αποφασίζουν να ζήσουν μυστηριακή ζωή μέσα στην Εκκλησία αυτοί εκδιώκονται από την κοινωνία, αλλά προσλαμβάνονται από την κοινωνία των αγίων.
Γίνονται αποσυνάγωγοι από τον κόσμο. .
Κατά ένα παράδοξο και αληθινό τρόπο η Εκκλησία ομοιάζει με αυτούς τους κατά Χριστόν σαλούς.
Έχει μέσα της την ζωή και οι κοσμικώς ζώντες δεν μπορούν να την αντιληφθούν.
Βλέπουν μόνον μερικές εξωτερικά αποτυχίες στο ιστορικό επίπεδο από άρρωστα μέλη και την εμπαίζουν. Όμως αυτή έχει όλη την ζωή του πνεύματος.
Μακάρι να αυξηθούν αυτοί οι κατά Χριστόν σαλοί. Γιατί όσο αυτοί αυξάνονται τόσο μειώνεται η κοσμική λογική και η αισθησιακή ζωή που είναι θάνατος πρόσκαιρος και αιώνιος.
Επίσκοπος Ναυπάκτου π.Ιερόθεος
























