Οδοδείκτες

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;


Μιλώντας για την Ορθοδοξία, δεν πρέπει να επα­ναλαμβάνουμε το λάθος του Πιλάτου, όταν ερώτησε τον Χριστό: «Τί έστιν αλήθεια;» (Ίωάνν. 18, 38). Το ορθό είναι: «Τίς έστιν αλήθεια». Διότι η αλήθεια δεν είναι μία ιδέα, μία θεωρία, ένα σύστημα, αλλά πρόσω­πο το Πανάγιο Πρόσωπο του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, του Ιησού Χρίστου. Έτσι πρέπει να ερωτήσου­με και για την Ορθοδοξία, διότι ταυτίζεται με το θεανθρώπινο Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Αυτός, ώς Θεάν­θρωπος, είναι η Ορθοδοξία μας, η Παναλήθειά μας.

 

1. Αν θέλαμε να ορίσουμε, συμβατικά, τον Χρι­στιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμ­πειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού)1 μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του αν­θρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». Με δεδομένη τη διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει τη δυνατότητα διατήρησης η α­ποκατάστασης της υγείας του, αλλά και στις δύο περι­πτώσεις μέσα από μία ορισμένη θεραπευτική διαδικα­σία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής.
Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η Θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώ­στε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν» αυτό που ο Θεός εί­ναι απο τη φύση του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυ­τή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας. Δεν πρό­κειται για μία ηθική βελτίωση του άνθρωπου, αλλά για την εν Χριστώ άνα-δημιουργία, ανά-πλαση, αν­θρώπου και κοινωνίας, μέσα απο την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με τον Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Αυτό εκ­φράζει η φράση του Άπ. Παύλου (Β’ Κορ. 5, 17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χρι­στό είναι καινούργιο δημιούργημα. Γι’ αυτό χριστια­νικά η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική είσοδος του Αιώνιου και Υπέρχρονου μέσα στον ι­στορικό χρόνο, είναι η άρχή ενός νέου κόσμου μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχί­ζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυ­θεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων. Η Εκκλη­σία, ως «σώμα Χρίστου» και εν Χριστώ κοινωνία υ­πάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει τη σωτηρία, ως ένταξη άνθρωπου και κοινωνίας σ’ αυτή την αναγεν­νητική διαδικασία2. Τό σωστικό αυτο έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μη συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί στην ιστορία ως ένα παγκόσμιο Θεραπευτήριο. «Ίατρείον πνευματικόν» (πνευματικό νοσοκομείο) ονομά­ζεται η Εκκλησία απο τον ιερό Χρυσόστομο (†407). Στη συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα:

  • 1) Ποιά είναι η αρρώστια, την οποία θεραπεύει η χρι­στιανική Ορθοδοξία,
  • 2) ποιά είναι η θεραπευτική μέθοδος, που εφαρμόζει και
  • 3) ποιά είναι η ταυτότητα του αυθεντικού Χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας3

 

 

2. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και σύναμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει».Ρωμ.8,22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ε­νότητας σύνολης της ανθρωπότητας (βλ. Πράξ. 17, 26). Η χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μό­νο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας έλθειν» (Α’ Τιμ. 2, 4), αφού ο Θεός είναι «σωτήρ πά­ντων ανθρώπων» (Α’Τιμ. 4, 10). Η αρρώστια, λοιπόν, για την οποία μιλεί ο Χριστιανισμός, είναι πανανθρώ­πινη (Ρωμ. 5, 12: «…εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω ( = λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (= αστόχησαν στην πορεία τους πρός την θέωση). Όπως δε η πτώση (δηλ. η αρρώστια) είναι πα­νανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία-θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε άν­θρωπου.
Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα μνημονικό σύστημα, την καρδιακή η νοερά μνήμη, που λειτουρ­γεί μέσα στην καρδιά και την αγνοεί η ιατρική επι­στήμη. Η καρδιά, στην ορθόδοξη παράδοση δεν λει­τουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίμα­τος. Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μία υπερφυσι­κή λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται ο χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλα­δή ενέργεια Του. Βέβαια, αυτό γίνεται αντιληπτό μέ­σα από την εμπειρία των Αγίων, των αληθινών Χρι­στιανών, και όχι με τη λογική λειτουργία η τη δια­νοητική θεολόγηση.
Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (†1809), ανακεφα­λαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικόν Έγχειρίδιον» ονομάζει την καρ­διά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσι­κό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από πάθη. Η υπερφυσική λει­τουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλα­δή τη θέωση του, ως πλήρη ένταξη του στήν εν Χρι­στώ κοινωνία.
Στήν υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νού. Στον γλωσσικό κώδι­κα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του άνθρωπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στη θέα του Θεού η Θεοπτία. Βέβαια, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης καί απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσια­στική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκ­δοχή του Χριστιανισμού. Η ενέργεια του νού μέσα στηη καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» της καρ­διάς. Διευκρινίζουμε και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ε­νεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νούς στην καρδιά.
Η νοερά λειτουργία πραγματοποιείται ώς αδιάλει­πτη προσευχή (πρβλ. Α’Θεσσ. 5, 17) του Αγίου Πνεύ­ματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γάλ. 4, 6 Ρωμ. 8, 26 Α’ Θεσσ. 5, 19) και ονομάζεται από τους Αγίους Πα­τέρες μας «μνήμη Θεού». «Έχοντας ο άνθρωπος στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8, 11). Ο Μ. Βασίλειος στη β’ επιστολή του λέγει, οτι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νούς «αναχωρεί» προς τον Θεό, έχει δηλαδή κοινωνία με τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει, οτι ο ενεργούμενος από τη θεία ενέρ­γεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία η σε κάποια έκ-σταση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις όποιες ασχολείται η λογική. Γιά να χρη­σιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα, που μας αγγίζει. Έ­νας επιστήμονας, που έχει αποκτήσει τη νοερά του λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλή­ματα του, ενώ ο νους του, μέσα στην καρδιά, διατηρεί αδιάλειπτη την μνήμη του Θεού. Αυτός είναι ορθόδο­ξα ο υγιής (normal) άνθρωπος (ο Άγιος). Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του άνθρωπου προς την αγιότητα.
Η αλειτουργία η υπολειτουργία της νοεράς ενέρ­γειας του άνθρωπου ειναι η ουσία της πτώσεως. Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του άνθρωπου, στην αρχή ακόμη της ιστορι­κής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του.
Σ’ αυτή τη νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι α­πόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο η­θικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξαν­δρείας †444) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρω­πο, όπως ακριβώς η αρρώστια κάποιου δένδρου μετα­δίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.
Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας η της μνήμης του Θεού και η σύγχυση της με τη λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει σέ όλους μας, υποδου­λώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικι­σμό και την αντικοινωνικότητα. Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της α­τομικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Χρήση του Θεού γίνεται με τη «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θείου), που μπορεί να εκφυλισθεί σε αύτοθεοποίηση του άνθρωπου («αυτείδωλον εγενόμην» λέγει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγα Κα­νόνα» του). Χρήση του συνανθρώπου και κατ’ επέκτα­ση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση τους με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή είναι λοιπόν, η νόσος, την ο­ποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ο­λόκληρος στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλη­σίας4.
3. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας , ως εν Χριστό κοινωνίας, στον κόσμο είναι η θεραπεία του ανθρώπου με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με το Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας. Κατά τον μακαριστό καθηγητή π.Ι. Ρωμανίδη, «η πατερική παράδοσις δεν είναι ουτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικό σύστημα , ούτε θρησκευτικός δογματισμός , αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείον αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως την Ψυχιατρικήν. Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικόν όργανον, που όλοι έχουν και το όποιον χρειάζεται θεραπείαν. Ούτε η φι­λοσοφία, ούτε καμμία των γνωστών θετικών η κοινω­νικών επιστημών δύναται να θεραπεύση το όργανον αυτο (…) Διά τούτο ο αθεράπευτος συνήθως δεν γνω­ρίζει ούτε καν την υπαρξιν αύτου του οργάνου».
Η ανάγκη θεραπείας του άνθρωπου, κατά τα πα­ραπάνω είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε άνθρωπου στη φυσική του ύπαρξη με την επανενεργοποίηση και της τρίτης (νοεράς) μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνε­ται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδελφός με τον συνάνθρωπο του, πρέπει η ιδιοτέλεια του, που λει­τουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ. Α’Κορ. 13, 8: «η αγάπη… ού ζητεί τα ε­αυτής»). Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ. 5, 8″ Α’ Ίωάν. 4, 7 έ.) που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και τό κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτη­μοσύνη», άλλά η «ακτημοσύνη», ως αύτοπαραίτηση α­πό κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δι­καιοσύνη.
Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονο­μημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεως μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό η αιώνιο θά­νατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από τή Χάρη του Θε­ού. Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες ε­στίες του άνθρωπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χρίστου και την ανάσταση του. Ο Χριστιανός α­σκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή-Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης, που δέ­χεται με τη μετοχή του στη μυστηριακή ζωή του εκ­κλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευόμενος άνθρωπος, πού δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.
 
 

 

 4. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:

 

  • α) Η Εκκλησία ως σώμα Χρίστου, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκ­κλησία, αλλά Θρησκεία. Οι Κληρικοί, εκλέγονταν αρχικά από τους θεραπευμένους, γιά νά λειτουργοΰν ώς θεραπευτές τών άλλων. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση, συνεχί­ζουν την Εκκλησία των αποστολικών χρόνων.
  • β) Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπείας είναι οι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής επιστήμης και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της εκκλησιαστικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.
  • γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγ­χώρηση των αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον! Η Εκκλησία δεν α­ποβλέπει στο να στείλει κάποιον στον παράδεισο η στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δέν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θε­ραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο φώς Του ως πα­ράδεισο και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πύρ καταναλίσκον» (Έβρ. 12, 29). Και αυτό, φυσικά, άφορα σε κά­θε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώ­νια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.
  • δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). «Έτσι, διαφοροποιεί­ται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο και της ποιμαντικής θερα­πευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευμα­τικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς τη θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στη μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του άνθρωπου σ’ αυ­τόν εδώ τον κόσμο (εδώ και τώρα). Αυτό διαπιστώνε­ται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων που νικούν τη βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτα­νήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεο­δώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονίκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της θερα­πευτικής της Εκκλησίας. Θα παρακαλούσα δε τον ια­τρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχθεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χά­ρης. Διότι τη στιγμή ακριβώς, που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα, και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία. Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύμα­τα, ως αποδείξεις της θεώσεως, διότι ανήκουν σε άλ­λη σφαίρα.
  • ε) Τέλος, τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κά­ποια χριστιανική ιδεολογία, άλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα, λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η άπλή α­νάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση, που ο ασθενής καταφεύγει στο γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο!

π. Γεωργίου Μεταλληνού


 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι η Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλη­σίας, Θεσσαλονίκη 1984. Του Ιδιου. Η Θρησκεία ειίναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θε­ραπεία της, στον τόμο: Ορθοδοξία. Ελληνισμός… «Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β’ Τόμος, 1996, σ. 67-87. Του Ίδιου. Church Synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΠΑ,τ. 63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ. 66 (1995) 646-680. π. Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μη-τροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, «Εδεσσα 1986. Του Ίδιου. Μικρά Είσοδος στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Αθήνα 1992. Του Ίδιου, Υπαρξια­κή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία. Λεβαδειά 1995. Του Ιδίου, Η Ιατρική εν Πνεύματι Επι­στήμη, Λεβαδειά 2009. Ακόμη, οι μελέτες: Γ.Α. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθή­να 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λα­τρείας, Αθήνα 1996 κ.ά.

 

  • 1. Άκτιστος ( = αδημιούργητος. Άπλαστος στη λαική γλώσ­σα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, η δη­μιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπα­ντική» δύναμη, κατά τη γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, ό­λοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όν­τας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο. Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Άκτιστου. Και γι’ αυτό το «Α-κτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.
  • 2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του β’ αιώνα, ο Ποιμήν του Έρμα, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χρίστου, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!
  • 3. Κατά τον π. Ρωμανίδη, στον οποίον κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπευτικόασκητική) θεώρηση της Πίστεως μας, σε ακαδημαΐκο μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε « ταύτιση» άκτιστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στη ειδωλολατρία. Ο «Θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις- νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη πατερική «Ορθοδοξία»). Σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και τελικά, η «χρήση» του Θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση:do, utdes). Στη δική μας όμως, παράδοση ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξεθμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ιωαν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α’ Ιωάν.4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δε ζητεί τίποτε από τα πλάσματα Του. Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης, που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.
  • 4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λειτουργικός λόγος: «Ευατούς και αλλήλους και πάσιν την ζωήν ημών Χριστό το Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στη Μονές, όταν λειτουργούν ορθόδοξα, φυσικά. Γι’αυτό οι Μονές μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου».

Γέρων Παΐσιος: Θάθελα νάμουν το αλητάκι του Θεού· αλλά την πάτησα βλέπεις…


Για να μην το πούμε και κάπως αλλιώς, όπως τόσο πετυχημένα τόπε ο γέρο-Παΐσιος: “Αν ξανάρχιζα τη ζωή μου δεν θα πιανόμουνα σαν το έξυπνο πουλί απ’ τη μύτη και δεν θα δεσμευόμουνα πουθενά. Αλλά θα ήμουν το αλητάκι του Θεού. Θάμουν αδέσμευτος, τελείως ελεύθερος και πάντοτε προσευχόμενος. Αντί για ράσο, θα φορούσα μια καμπαρτίνα και θ’ αλώνιζα όπου ήθελα, χωρίς να με προσέχει κανείς. Αλλά την πάτησα βλέπεις…”.

Και ποια είν’ η απάντηση σ’ όλ’ αυτά; Ο Χριστός δεν θέλει τα πριγκιπόπουλά Του ούτε δούλους, ούτε ευγενείς, ούτε ένδοξους, ούτε προ πάντων “αγίους”. Δηλαδή δεν θέλει τα παιδιά Του σαμαρωμένα απ’ το ντουνιά και τους ανθρώπους· καθ’ ότι η καλή γνώμη του άλλου καταντάει ένα σαμάρι που σου φοράει και σε καβαλάει όλος αυτός ο ντουνιάς. Διότι γίνεσαι όπως σε θέλουν, για νάχεις την καλή τους γνώμη. Αφού το ξέρεις, ότι αν φερθείς ελεύθερα, δεν θα σε θέλουν· δεν κάνεις γι’ “άγιος”.
Απόσπασμα, σελ. 103-105
Ο Θεός τις έσχατες μέρες θ’ απλώσει το πνεύμα Του κι εκτός της επίσημης εκκλησιαστικής δομής. Απλοί άνθρωποι θα μπορούν να λένε ουράνια πράγματα, σ’ αντικατάσταση κι εξισορρόπηση της φτώχειας των γερόντων και των λοιπών πνευματικών καθοδηγητών. Όσο θ’ αυξάνει η ανομία κι η αποστασία, κι η επίσημη Εκκλησία θα γίνεται ανεπαρκής και δεν θα πείθει, τότε θα πλουτίζονται κάποιες καρδιές με την παρουσία και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Κι αυτή θα είναι η λύση από δω και πέρα.

Η Θεία Πρόνοια θα φροντίσει με πολλή προσοχή κι αγάπη όλες τις δύσκολες κι αποφασιστικές στιγμές της ζωής σου. Κι αν χρειαστεί, δεν θα διστάσει και εκ των λίθων να εγείρει τέκνα τω Αβραάμ, εφ’ όσον απολιθώθηκαν αυτοί που έπρεπε να διδάσκουν τα μυστικά της πνευματικής ζωής, υγιώς, στον λαό του Θεού.

Θα σου πω ένα γεγονός, τι σημαίνει ότι το Άγιο Πνεύμα θα εγείρει τέκνα τω Αβραάμ εκ των λίθων. Όταν συζητήσαμε με τον γέρο-Σωφρόνιο και του μετέφερα το ερώτημα κάποιων πατέρων, ότι στο Σινά υπάρχει βαθιά πνευματική ορφάνια και τέλεια εγκατάλειψη των παιδιών, αυτός πόνεσε πολύ και μου απάντησε: “Αδελφός υπ’ αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά εστί. Κι ο Θεός έχει υποχρέωση να καλύψει τα υπόλοιπα”.

Τότε αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα, να δω αν λειτουργεί αυτό το φαινόμενο. Σε κάποιο Μοναστήρι στην Ελλάδα, υπήρχε ένα ησυχαστήριο όπου ζούσε γέροντας και υποτακτικός. Ο γέροντας αυτός μούστειλε μήνυμα στο Σινά ότι θέλει να με δει. Όταν έφθασε η ώρα που θα πήγαινα στην Ελλάδα, αντιμετώπισα ένα ηθικό δίλημμα. Στο Μοναστήρι αυτό είχαμε διαφωνήσει με τον ηγούμενο και προφανώς η παρουσία μου εκεί, θα δημιουργούσε ένταση. Απ’ την άλλη, κάποιοι μοναχοί αυτού του Μοναστηριού, απλά παιδιά, μούστειλαν το δικό τους μήνυμα μ’ ένα μου γνωστό: “Πληγωθήκαμε που πέρασες και δεν ήρθες να μας δεις. Μη το ξανακάνεις”.

Δηλαδή το θέμα ήταν πολύ απλό: Ο μεν άγιος Καθηγούμενος και 2-3 μοναχοί του που αποτελούσαν την κάστα του, φοβόντουσαν ότι ετούτος είναι επαναστάτης και θα χαλάσει τα καλογέρια του (και με το δίκιο του βέβαια φοβόταν). Αλλά τα καλογέρια αγαπούσαν τον επαναστάτη, διότι είναι πανανθρώπινο φαινόμενο αυτό· ο επαναστάτης ν’ αγαπιέται σχεδόν απ’ όλους.

Μπροστά λοιπόν σ’ αυτό το δίλημμα, πήγα σ’ ένα μοναχό που τάτσουζε συχνά· κι εκείνη τη στιγμή τάχε τσούξει λίγο παραπάνω. Όταν άκουσε το πρόβλημά μου, έκανε το κεφάλι του μερικές κινήσεις πέρα-δώθε σαν εκκρεμές, ψάχνοντας το κέντρο για να σταθεροποιηθεί· κι αφού το κατόρθωσε, μου απάντησε:

– Άκου δω Μιχαήλ. Θα πρέπει ν’ ανεξαρτοποιηθείς από τέτοια φαινόμενα. Έχεις δουλειά σ’ αυτό το ησυχαστήριο; Τράβα να κάνεις τη δουλειά σου. Και μετά, δες μέσα σου· εάν σου πάει να περάσεις για καφέ απ’ το Μοναστήρι, μην υπολογίζεις κανένα. Τράβα και στρώσου στο αρχονταρίκι και πιες τον καφέ σου άνετα και γράψτους όλους. Αν όμως η καρδιά σου σφίγγεται, μην πας. Όσο δε για τον τρόπο σου, είναι υπερβάλλοντες συναισθηματισμοί όλ’ αυτά και δεν είναι για μας τέτοια πράγματα. Γι’ αυτό γινόμαστε και μοναχοί, να ζούμε αδέσμευτοι κι ελεύθεροι σαν τα πουλιά.

Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε ένα μπουκάλι και συνέχισε:

– Να σε κεράσω ένα κονιάκ πριν φύγεις.

Συμπέρασμα: Εάν πραγματικά το θέλεις και χρειάζεσαι κάτι πνευματικό, από μια απλή συμβουλή μέχρι καθοδήγηση κι επεξήγηση σε υψηλή προσευχητική κατάσταση, τότε το Άγιο Πνεύμα θα κινήσει γη και ουρανό για να βρει τον κατάλληλο που σου χρειάζεται. Κι αν δεν υπάρχει αυτός, τότε θα σου στείλει άγγελο για να κάνει τη δουλειά Του. Αρκεί μόνο να λαχταράς πραγματικά μέσα σου το Θεό.
Απόσπασμα, σελ. 95-96

 

Η κατά Χριστόν σαλότης

163225-11Λαμβάνοντας αφορμή από τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «ημείς μωροί δια Χριστόν» (Α’ Κορ. δ’, 10) που αντιδιαστέλλει την ζωή των γνησίων μαθητών του Χριστού με την ζωή των κιβδήλων Χριστιανών που παρουσιάζονται ως «φρόνιμοι» κατά κόσμο, θα διατυπώσουμε μερικές σκέψεις γύρω από την κατά Χριστόν σαλότητα.

Θα δούμε ποιοί είναι οι κατά Χριστόν σαλοί, με την γενική και την ειδική σημασία της λέξεως και ποιά είναι η ουσία και το περιεχόμενο της κατά Χριστόν σαλότητος.

Πρέπει να αρχίσουμε από την απάντηση στο ερώτημα ποιός είναι ο φυσικός άνθρωπος, και πώς ο σημερινός άνθρωπος εκλαμβάνει την φυσικότητα. Στην ζωή της ανθρωπότητος υπάρχει ένα βαθύ, συγκλονιστικό τραύμα, που αλλοίωσε ολόκληρη την ζωή της.

Είναι η πτώση του Αδάμ. Κατ’ αυτήν διεστράφησαν όλες οι εσωτερικές ψυχικές δυνάμεις, αλλοιώθηκε όλη η κτίση. Ο άνθρωπος φόρεσε τους δερματίνους χιτώνες, που είναι η φθορά και η θνητότητα και περιέπεσε στην παρά φύση ζωή.

Έχασε το ενοποιητικό κέντρο που ήταν ο Θεός και προσπάθησε να γίνη ο ίδιος κέντρο της κτίσεως και της ιστορίας. Έτσι από τον Θεάνθρωπο φθάσαμε στον «ανθρωποθεό».. Το φοβερό είναι ότι αυτήν την παρά φύση ζωή θεωρούν πολλοί ως φυσική ζωή. Αυτό είναι τρομερό σφάλμα που δείχνει την πτώση μας.

Το να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα σύμφωνα με τον νόμο των αισθήσεων (ζωώδης τρόπος) το θεωρούμε φυσικό, αφύσικη δε την ζωή της εγκρατείας, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι οι άνθρωποι εκείνους που γνωρίζουν «δούναι και λαβείν και αγοράζειν και πωλείν, πραγματεύεσθαι και αφυστερείν τα του πλησίον και πλεονεκτείν… τούτους φρονίμους αποκαλούσιν, ο δε Θεός μωρούς και ασυνέτους και αμαρτωλούς τους τοιούτους καλεί»..

Από το σημείο αυτό ξεκινά και η άποψη ότι ο κόσμος αυτούς που πολιτεύονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και αυτούς που προσπαθούν να προσαρμόσουν την ζωή τους σύμφωνα με την εντολή του Θεού τους θεωρεί τρελλούς, σαλούς, μωρούς, ανοήτους, οπισθοδρομικούς και καθυστερημένους.

Έτσι, η κατά Χριστόν σαλότης είναι αληθινό στοιχείο φανερώσεως φυσικότητος και αληθινότητος. .
Φθάνουμε έτσι στο σημείο να υποστηρίξουμε ότι όλη η πνευματική ζωή, ως ξένη προς τα ανθρώπινα κριτήρια, είναι σαλότης, μωρία.

Οι άνθρωποι των αισθήσεων του αιώνος τούτου του «απατεώνος» έδωσαν αυτόν τον χαρακτηρισμό (τού τρελλού) σε όλους τους αγίους, αρχής γενομένης από τον Χριστό.

Για τον Χριστό «έλεγον ότι εξέστη και οι γραμματείς οι από Ιεροσολύμων καταβάντες έλεγον ότι Βεελζεβούλ έχει και ότι εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Μάρκ. γ’, 21-22). Σε άλλη περίπτωση είπαν ότι «δαιμόνιον έχει και μαίνεται» (Ιω. ι’, 20). .

Επίσης, τους Μαθητάς, όταν αναγεννήθηκαν την ημέρα της Πεντηκοστής και έγιναν άνθρωποι του μέλλοντος αιώνος, οι άνθρωποι του αιώνος τούτου αδυνατούσαν να καταλάβουν, αλλά «χλευάζοντες έλεγον ότι γλεύκους μεμεστωμένοι εισί» (Πράξ. β’, 13).

Το ίδιο έλεγε και για τον Απόστολο Παύλο ο Φήστος, όταν αναφώνησε «μεγάλη τη φωνή μαίνη Παύλε», αλλά τότε ο Απόστολος αποκρίθηκε «ου μαίνομαι, κράτιστε Φήστε, αλλά αληθείας και σωφροσύνης ρήματα αποφθέγγομαι». (Πράξ. κστ’, 24-25). .

Πράγματι, τα ρήματα της σωφροσύνης είναι τρέλλα για τους ζώντας στον κόσμο των αισθήσεων. Όλη η πνευματική ζωή είναι μια υγιής σαλότης.

Η πίστη στον Θεό και όχι στην ανθρώπινη λογική και στα εξωτερικά βέβαια γεγονότα, η ασκητική ζωή μέσα στον γάμο ή την παρθενία, όπως διδάσκει η Εκκλησία μας, η αυτομεμψία και η κένωση-ταπείνωση θεωρούνται από τον κόσμο μωρία.

Αλλά, όπως λέγει ο Μ. Αθανάσιος, «εκείνος που θέλει να σωθή κάνει τον εαυτό του μωρό στον κόσμο τούτο για να θεωρηθή σοφός… γιατί ο Θεός θέλει να είμαστε μωροί στα γήινα και φρόνιμοι στα επουράνια». .

Πέρα όμως από αυτήν την αλήθεια υπάρχει και ιδιαίτερο χάρισμα που αξιώθηκαν μερικοί να αποκτήσουν, να φθάσουν δηλαδή στην έσχατη σαλότητα, να κάνουν τον τρελλό, τον σαλό για πολλούς λόγους. Άλλοτε για να φθάσουν οι ίδιοι στην έσχατη εξουθένωση και ταπείνωση, λόγω των πολλών χαρισμάτων που έλαβαν από τον Θεό και μπροστά στον κίνδυνο να υπερηφανευθούν, άλλοτε για να εμπαίξουν την αξιοπρέπεια και τον καθωσπρεπισμό του κόσμου, τα εκκοσμικευμένα θρησκευτικά κριτήρια και την υποκρισία, άλλοτε για να αναλάβουν επάνω τους την ενοχή των άλλων ανθρώπων και να σώσουν εκείνους που οι άλλοι περιφρονούσαν και άλλοτε για πολλά άλλα αίτια.

Υπάρχουν μέσα στα συναξάρια της Εκκλησίας πολλές μορφές σαλότητος. .

Ιδιαίτερα πρέπει να μνημονεύσουμε τον άγιο Ανδρέα ο οποίος είδε στον ύπνο του έναν ευκλεή νεανία που τον στεφάνωσε, τον φίλησε και του είπε: «από του νυν ημέτερος εί φίλος και αδελφός… γίνου σαλός δι’ εμέ…». Ακόμη πρέπει να μνημονευθή ο άγιος Συμεών Εμέσης που είπε: «εν τη δυνάμει του Χριστού υπάγω εμπαίζειν τον κόσμον».

Και πραγματικά τον ενέπαιξε. Ξεγύμνωσε όλη την υποκριτική θρησκευτική αγωγή. .

Βέβαια, πρέπει να τονίσουμε ότι οι περιπτώσεις αυτού του είδους σαλών είναι ακραίες, αλλά αυτοί οι άγιοι δεν διάλεξαν από μόνοι τους αυτόν τον τρόπο ζωής.

Έλαβαν το ειδικό χάρισμα από τον Θεό, που φυσικά συνδυάζεται με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, γιατί δεν μπορούν όλοι να κάνουν τον σαλό. .

Πάντως, πρέπει ιδιαιτέρως να υπογραμμισθή αυτό που προαναφέραμε, ότι όλη η πνευματική ζωή έχει στοιχεία λογικής σαλότητος.

Τέτοιοι ήταν όλοι οι άγιοι Απόστολοι, όπως ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, «άστεγος ήν και ατράπεζος, πένης, αλήτης, γυμνός λιμώ και δίψη κατατρυχόμενος».

Τέτοιοι ήσαν οι μάρτυρες, οι όσιοι, οι ασκητές και όλοι οι ευαγγελικώς ζώντες. . Τέτοιοι είναι και σήμερα όσοι αγαπούν τον Χριστό και για την αγάπη Του αποφασίζουν να κάνουν τρελλά πράγματα.

Όταν κανείς αποφασίση να ζήση το Ευαγγέλιο, τότε οι άλλοι τον ειρωνεύονται ότι τρελλάθηκε.
Όσοι αποφασίζουν να ζήσουν μυστηριακή ζωή μέσα στην Εκκλησία αυτοί εκδιώκονται από την κοινωνία, αλλά προσλαμβάνονται από την κοινωνία των αγίων.
Γίνονται αποσυνάγωγοι από τον κόσμο. .

Κατά ένα παράδοξο και αληθινό τρόπο η Εκκλησία ομοιάζει με αυτούς τους κατά Χριστόν σαλούς.
Έχει μέσα της την ζωή και οι κοσμικώς ζώντες δεν μπορούν να την αντιληφθούν.

Βλέπουν μόνον μερικές εξωτερικά αποτυχίες στο ιστορικό επίπεδο από άρρωστα μέλη και την εμπαίζουν. Όμως αυτή έχει όλη την ζωή του πνεύματος.

Μακάρι να αυξηθούν αυτοί οι κατά Χριστόν σαλοί. Γιατί όσο αυτοί αυξάνονται τόσο μειώνεται η κοσμική λογική και η αισθησιακή ζωή που είναι θάνατος πρόσκαιρος και αιώνιος.

Επίσκοπος Ναυπάκτου π.Ιερόθεος