Έρως ανίκατε..γήρας (και ό,τι άλλο κάτσει στο διάβα σου)

Τι μούρθε τώρα σαρακοστιανά ,να αλλά είπα…
Εξοπλισθείτε με όποια αποθέματα ειλικρίνειας διαθέτετε, και αναλογισθείτε: Πότε άραγε ήταν η τελευταία φορά που αντιμετωπίσατε καταλυτική την παρουσία του έρωτα στο περιβάλλον σας;
Στενό και όσο ευρύτερο θυμάστε.

Πότε τον νοιώσατε, άρμα δρεπανηφόρο, να συμπαρασύρει τα πάντα στο διάβα του;

Οι πιστοί του, όλοι για να ακριβολογούμε, να περιμένουν με λαχτάρα, το μαγικό του άγγιγμα, την ίδια στιγμή που έμφοβοι αναλογίζονται τις συνέπειες από την περιπέτεια για την οποία τόσο πρόθυμοι μοιάζουν.

Χαμογελούσα περίεργα, μπορεί και χαζά, την ώρα που τα σκεφτόμουν, συμμετέχοντας, στην ιστοριούλα που αμέσως παρακάτω θα σας αφηγηθώ, έστω και σαν παρατηρητής.

Η σκηνή, στο κέντρο της Αθήνας, πιο κέντρο δεν γίνεται.

Το κτίριο συμμαζεμένο, και χωρίς προσπάθεια να κρύψει τα κάμποσα χρόνια του.

Μια αίθουσα μεγάλη, απ αυτές που χρησιμοποιεί ο Δήμος για να σερβίρονται τα υπερπολίτιμα συσσίτιά του, σε όσους τα έχουν ανάγκη.

Η ώρα είναι απογευματινή προχωρημένη, τέτοιες ώρες χαμηλώνουν τα βιολογικά ρολόγια, θέλοντας και μη, αργά για την πρώτη φουρνιά, πολύ νωρίς για βραδινούς. Αυτοί που ήρθαν στην ώρα τους έχουν εξυπηρετηθεί, και αρχίζουν να φεύγουν σε παρέες που δεν πρόκειται να ξαναβρεθούν με την ίδια σύνθεση.
Κόβω πρόσωπα.
Όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, ένα πιάτο καλό φαϊ, δρα ολοφάνερα κατευναστικά σε εκφράσεις έντασης και ανησυχίας, απλώνει μια γάζα ήρεμης ευφορίας.

Μαζί με τους ελάχιστους καθυστερημένους, ξεχωρίζει ένα ζευγάρι μεγάλης ηλικίας, πιασμένοι παλιομοδίτικα αγκαζέ.

Χωρίς όμως την ελάχιστη απόσταση που επιβάλλουν δεοντολογία και ευγένεια.

Μοιάζουν περισσότερο σαν-αγαπησιάρικα-αγκιστρωμένοι ο ένας από τον άλλο.

Χωρίς όμως να επιτρέπουν το παραμικρό περιθώριο γελοιοποίησης, ότι τάχα μου νεάζουν. Κάθονται παράμερα σε ένα μικρό τραπέζι, και δείχνουν στον κόσμο τους. Μιλούν, γελούν, με εκείνη την ειδική ένταση των ερωτευμένων, που όσο αυτί και να στήσεις, είναι αδύνατο να καταλάβεις τα διαμειβόμενα. Είναι φανερό ότι μιλούν την δική τους αποκλειστική γλώσσα, συνεννοούνται στον δικό τους αποκλειστικό κώδικα. Το λιτό αλλά αξιοπρεπές μενού έχει ήδη σερβιριστεί, και τα αναγκαία πρακτικά λόγια που αλλάζουν, τους επαναφέρουν στην πραγματικότητα που μοιραζόμαστε όλοι οι υπόλοιποι.

Αν επιμείνεις, μπορείς πιά να ξεχωρίζεις και λόγια. Υπάρχει πρόβλημα, είναι σαφές.

Η κυριούλα εξηγεί σχεδόν δακρυσμένη, ότι τον τελευταίο καιρό, είχε πρόβλημα με την παλιά φθαρμένη τεχνητή οδοντοστοιχία της, και να, περιοριζόταν στις σούπες του μενού, και έτσι, ούτε πια που την έπαιρνε μαζί της.

Σήμερα όμως το μενού δυστυχώς δεν είχε ούτε υποψία ρευστού, μια σουπίτσα, κάτι, και έτσι μάλλον θα μείνει νηστική. Εκείνος, χαμογελώντας, λέει προφανώς κάτι καθησυχαστικό, ζητάει συγγνώμη, και αποσύρεται στο βάθος της αίθουσας, σε ένα μικρό πάγκο. Βάζει γυαλιά, κάτι βγάζει από την τσέπη, κάτι μαστορεύει και επανέρχεται με έκφραση φανερά ικανοποιημένη.

Της ζητάει, να κλείσει τα μάτια, και μόλις αυτή ανταποκρίνεται, με μια γρήγορη αποφασιστική κίνηση, της ανοίγει το στόμα, και κάτι προσαρμόζει εντός.

Μια μασέλα, την δική του μασέλα. Τώρα γελάει αυτή, κλαίει από χαρά, από συγκίνηση, ούτε αυτή καταλαβαίνει, ούτε εσύ που παρατηρείς μπορείς να ξεχωρίσεις. Ούτε που χρειάζεται άλλωστε.

Αυτό που ένοιωσα εγώ πάντως, φτωχός παρατηρητής τέτοιου και τόσου πλούτου, έμοιαζε με ερωτική ικανοποίηση, χωρίς να είναι φυσικά.

Και με πολύχρωμο πανηγύρι αισθήσεων έμοιαζε, χωρίς βέβαια να είναι ούτε αυτό.

Ειλικρινά, δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Ούτε που χρειάζεται άλλωστε….

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Ματιές

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.