Ο «Ροβινσώνας» του Πανταβρέχει


Ο 68χρονος Νίκος Μουτογιάννης είναι ο μοναδικός κάτοικος των Δολιανών

«»Ώρα ανάγκης» δεν υπάρχει εδώ, απαγορεύεται να αρρωστήσω: από τα Χριστούγεννα, μόλις προχθές κατάφερα να κυκλοφορήσω, καθώς ο μοναδικός χωματόδρομος του χωριού μου ήταν αποκλεισμένος. Έχω συνηθίσει όμως, είναι επιλογή μου να ζω έτσι, εντελώς απομονωμένος.

Απολαμβάνω την απέραντη ησυχία, τέτοια φύση δύσκολα θα τη βρεις αλλού…».

Προτίμησε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, να απολαύσει το χωριό του, έστω κι ερημωμένο πια. Στα 68 του χρόνια σήμερα, ο κ. Νίκος Μουτογιάννης διάλεξε να ζει κάτι παραπάνω από οικολογικά και να «κρυφτεί» σε υψόμετρο 800 ανάμεσα σε βουνά, ποτάμια και στο φημισμένο φαράγγι Πανταβρέχει: εδώ και επτά χρόνια είναι ο μοναδικός κάτοικος Δολιανών (ή αλλιώς Στουρνάρα), στον Δήμο Δομνίστας της Ευρυτανίας. Καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, καιρού επιτρέποντος αντικρύζει μόνο από μακριά, απέναντί του, το πλησιέστερο σε αυτόν χωριό, τη Ροσκά, όπου κατοικεί μία και μοναδική τριμελής οικογένεια. «Είναι δύο ώρες με τα πόδια από εδώ. Από την άλλη πλευρά είναι αδιέξοδο, παντού ψηλά βουνά, με πολλά μέτρα χιόνια. Φέτος τον χειμώνα είχαμε πολύ άσχημο καιρό, με τρομερές κατολισθήσεις, γι΄ αυτό και ήταν αδύνατον να ανοίξει νωρίτερα ο δρόμος. Ευτυχώς, τώρα θα μπορέσω να πάω στο Καρπενήσι, να αγοράσω τροφές για τα σκυλιά μου, τη μοναδική παρέα μου…», λέει στα «ΝΕΑ».

Η γέφυρα στο πέρασμα του Κρικελλοπόταμου συνδέει τα Δολιανά με το πλησιέστερο χωριό, τη Ροσκά. Μέχρι πέρυσι ήταν ο μοναδικός τρόπος πρόσβασης, τον χειμώνα, προς τα Δολιανά

Η γέφυρα στο πέρασμα του Κρικελλοπόταμου συνδέει τα Δολιανά με το πλησιέστερο χωριό, τη Ροσκά. Μέχρι πέρυσι ήταν ο μοναδικός τρόπος πρόσβασης, τον χειμώνα, προς τα Δολιανά

Τρόφιμα Συνηθισμένος να προσπερνά κάθε δυσκολία στη μοναξιά του, ο Ευρυτάνας «Ροβινσώνας της στεριάς» έχει πάρει την κατάσταση στα χέρια του, ώστε να εξασφαλίζει τα απαραίτητα για τη διαβίωσή του. «Εδώ, άμα δεν κάνεις κουμάντο και δεν ετοιμάσεις εσύ ο ίδιος το φαγητό σου, μένεις νηστικός- δεν έχεις νοικοκυρά δίπλα σου να σε φροντίζει. Αναγκαστικά θα μαζέψεις χόρτα, θα πας στον Κρικελλοπόταμο με το διχτάκι να πιάσεις κόκκινες «αλανιάρες» πέστροφες, θα ανεβείς ακόμα πιο ψηλά στο βουνό για να κυνηγήσεις κανένα αγριογούρουνο, λαγούς και ζαρκάδια εάν θες να φας και κρέας. Όταν πια βρέξει ή χιονίσει και αποκλειστώ στο σπίτι, θα αρκεστώ στα πάσης φύσεως λαχανικά που καλλιεργώ, στα φασόλια και στο καλαμπόκι μου: το αλέθω στον νερόμυλό μου και φτιάχνω και μπομπόταψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι.

Τα βολεύω, τα καταφέρνω και στο μαγείρεμα!» εξηγεί χαμογελαστός. Τα πιο δύσκολα, όπως λέει, έρχονται όταν το σκοτάδι πέσει. «Μόλις νυχτώσει, το πολύ στις οκτώ, πηγαίνω για ύπνο, δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω εδώ τα βράδια.

Αλεπούδες και ασβοί Το επόμενο πρωινό ξυπνάω νύχτα, στις πέντε, από συνήθεια. Πίνω καφέ και φυλάω κάμποση ώρα μέχρι να φύγουν η αλεπού, τα κουνάβια και οι ασβοί: «τσακώνομαι» καμιά φορά μαζί τους, τουφεκάω για να τα διώξω όποτε έρχονται να φάνε το φαγητό των σκυλιών μου…».


Ο Νίκος Μουτογιάννης (στο κέντρο) χορεύει στο πανηγύρι του χωριού του, ανήμερα του Προφήτη Ηλία, όταν οι απανταχού Δολιανίτες της Ευρυτανίας έχουν την ετήσια συνάντησή τους στα πάτρια εδάφη


Χαρακτηριστική η πινακίδα του νερόμυλου στα Δολιανά Ευρυτανίας, όπου ο 68χρονος Νίκος Μουτογιάννης, εκτελεί και χρέη μυλωνά «

Ήρθα να βρω την ηρεμία μου»

ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΟΣ, ΠΑΤΕΡΑΣ δύο παιδιών που ζουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κ. Μουτογιάννης περιπλανήθηκε για δεκαετίες σε εξωτερικό και Ελλάδα, ακολούθησε κι ο ίδιος τα χνάρια των συγχωριανών του.

«Εδώ γεννήθηκα, στα Δολιανά· σπίτια έχει κι άλλα ακόμα και σήμερα, κόσμο όμως όχι πια. Μέχρι και σχολείο είχε εδώ παλαιότερα· μαθητής ήμουν, και ήμασταν εξήντα παιδιά στο Δημοτικό! Από το 1960, ωστόσο, και μετά, σταδιακά το χωριό μας άρχισε να ερημώνει, οι περισσότεροι έφυγαν για άλλες χώρες. Κι εγώ πήγα έξω, αρχικά στα καράβια· μετά βρέθηκα λαθραία στην Αμερική, για 22 χρόνια, δούλεψα σε ταβέρνες, ως υπάλληλος, αλλά και αφεντικό…», αναπολεί. Επαναπατρίζεται το 1987, δουλεύει για μια πενταετία σε ταβέρνα στη Μύκονο, άλλα επτά χρόνια σε δικό του παρόμοιο μαγαζί στον Προυσό, κοντά στο Καρπενήσι.

«Ώσπου τα βαρέθηκα όλα και ήρθα εδώ, να βρω την ησυχία μου, ήταν πολύ εύκολη η απόφασή μου! Ανακαίνισα μόνος μου το παλιό πέτρινο με σκεπή σπίτι μου· ρημάδι σκέτο ήταν, ακόμα και σήμερα το φτιάχνω.

Αλλά, ευτυχώς, κατά τ΄ άλλα, είμαι τακτοποιημένος, δε μου λείπει κάτι, έχω και ρεύμα και νερό», λέει. Ποια πολιτεία; Ούτως ή άλλως, βοήθεια έχει πάψει να περιμένει από οποιονδήποτε, λέει.

«Ακούω συχνά στις ειδήσεις πως η εκάστοτε κυβέρνηση ενδιαφέρεται, λέει, για τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα.

Κι αναρωτιέμαι, μα πόσο πιο ανήμπορος- αβοήθητος οικονομικά μπορεί να υπάρχει από εμένα, που καλλιεργώ με τα χέρια μου τον κήπο μου ώστε να έχω κάτι να φάω!

Προσωπικά, δεν έχω την παραμικρή στήριξη από την πολιτεία· έσοδα δεν έχω καθόλου, αφού σύνταξη δεν μου δίνουν, μια και λένε πως δεν τη δικαιούμαι!

Μόνο το καλοκαίρι πουλάω λίγο βουνίσιο τσάι ή ρίγανη, διερχόμενοι επισκέπτες του φαραγγιού τα αγοράζουν. Μέχρι και τα σκουπίδια που αφήνουν εκεί στο πέρασμά τους μαζεύω, για να πάρω 250 ευρώ αμοιβή από τον τοπικό δήμο. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να με αναγκάσει να εγκαταλείψω και εγώ, ο τελευταίος κάτοικος, το χωριό μου…».

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Πέτρος Στεφανής πηγή τα Νέα

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Εικόνες που μιλάνε

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.