«προς Μοναχήν »

Από τον Θρόνο τ ‘Απλαστου οι Άγγέλοι εκατεβήκαν, καί μες στου μοσχολίβανου το σύγνεφον εμπήκαν, να ιδούν που το κοράσιο κινάει στην εκκλησιά.

«Χριστός ανέστη» εψάλλανε με τα χρυσά τους χείλη, «Χριστός ανέστη» εκάνανε κι αστράφτανε σαν ήλιοι και λόγια ετραγουδούσανε εγκάρδια και θερμά.

Ένας Άγγελος Χαίρε, αδελφή ! Μ’ αρέσουνε της όψης σου οι χλωμάδες. εις τα περίσσια ανάμεσα κεριά και στες λαμπάδες κάλλιο από ρόδα πιάνουνε της Νύμφης του Χριστού. Άλλος Αφού τον θάνατο έκλαψες της δόλιάς σου μητέρας και του πατρός, σου απόμεινε μόνος Αυτός πατέρας.
Άλλος Πάντα περνάει τα σπλάχνα του το δάκρυ του ορφανού. Άλλος Γλυκό ‘ναι της Παράδεισος να μελετάς τα κάλλη.

Άλλος Πικρή ΄ναι η φοβερότατη του κόσμου ανεμοζάλη. μον’ εδώ φθάνει ο αντίλαλος, δε φθάνει η τρικυμιά. Άλλος Εδώ ο Χριστός στα ονείρατα σ΄ εσένα κατεβαίνει.

Άλλος Εκεί ταράζουν άρματα και θρόνοι αιματωμένοι. Άλλος Εδώ ευτυχία και θρίαμβος. Άλλος Εκεί ‘ναι συμφορά.

Άλλος Ο κόσμος ερωτεύτηκε στα μάτια, στη φωνή σου, τα μελετάει συχνότατα, κι η αγγελική ψυχή σου φωνή και μάτια εγύρισε κατά τον Ουρανό.

Άλλος Ο Πλάστης κατ΄ εικόνα του τον άνθρωπο εποιούσε.

Άλλος Μες στα κρυφία της γνώσης του τη Χτίση εμελετούσε, για να ‘ναι του λιγόζωου ανθρώπου η κατοικιά.

Άλλος Απάνου απάνου εχύθηκε στην Άβυσσο που εσειότουν και με τρομάρα εμούγκριζε, κι αυτί δεν εσωζότουν.

ο Πλάστης ολομόναχος αγρίκαε με χαρά. Άλλος Έρως και Χάρος πάντοτε δουλεύουν εδώ κάτου, ώσπου ο Καιρός ο γέροντας να χάσει τα φτερά του.

Άλλος Φριχτή ΄ναι η ώρα που άνθρωπος βαριά ψυχομαχά. Άλλος Μη φοβηθείς να ‘ σαι έρημη τότε από κάθε μάτι. ιδού ο Χριστός που γέρνοντας στου πόνου το κρεβάτι σου σιάζει το προσκέφαλο και σε παρηγορά.

Άλλος Ευτυχισμένο λείψανο, θέλει σού δώσει πάλι τον αρραβώνα ο ίδιος οπού σου πήρε αγάλι την ώρα που απομείνανε τα στήθια σου νεκρά.

Άλλος Τα κόκαλα εβαρέθηκαν, στο μνήμα καρτερώντας και τρίζουνε ακατάπαυτα την Κρίση αναζητώντας.
Άλλος Ξύπνα, αδελφή !

Τη Σάλπιγγα την ύστερη αγρικώ Άλλος Τα μάτια της αστράψανε του τάφου από την κλίνη. κοίτα, πετιέται ολόχαρη και μες στο λάκκο αφήνει τους μόσχους του Μαϊάπριλου που δεν υπάρχει πλιό!

Όλοι οι ‘Αγγελοι Τα μάτια της αστράψανε του τάφου από την κλίνη. κοίτα, πετιέται ολόχαρη και μες στο λάκκο αφήνει τους μόσχους του Μαϊάπριλου που δεν υπάρχει πλιο!

Διον.Σολωμού Πρoς την κυρά Άννα Μαρία Αναστασία Γουράτο Γεωργομίλα, όταν εντύθηκε το αγγελικό σχήμα εις το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρου και Γεωργίου εις Κέρκυρα την 18 Απριλίου 1829.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Ποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.