«ΧΑΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ»

Όσα δυσκολεύτηκε ο άνθρωπος να περιγράψει, τα ζωγράφισε˙ κι ύστερα έμαθε τους ήχους και τη μουσική για όσα αδυνατούσε να προφέρει, κι έμεινε μόνη η Ποίηση να ζωντανεύει ότι δε μπόρεσε ή δεν τολμούσε ο ίδιος να βιώσει.

Εκείνες τις ώρες τις νυχτερινές, ο νους φλεγόμενος, χάνεται, ταξιδεύει, ξαναβρίσκεται, άλλοτε γιγαντώνεται για να χωρά τον κόσμο όλο, κι άλλοτε στενεύει για τα μικρά κι ασήμαντα που κυβερνά η αρμονία. Το σώμα ακίνητο, ψυχρό, υποταγμένο θαρρείς σε αδιόρατη εντολή που αξιώνει ισορροπίες. Μόνη εξαίρεση, ο χορός της πένας στα δάχτυλα, σιωπηλός, επαναλαμβανόμενος, είδος ιεροτελεστίας προ της συντελούμενης σπονδής.

Θέλησε να γράψει˙ κλήθηκε να γράψει για την Πατρίδα, το Νόστο. Για ποια πατρίδα να γράψει; Ποιόν τόπο νοστάλγησε; Αλήθεια, η ξενιτειά χρειάζεται πατρίδα…κι αυτός δε γνώρισε. Δε παραδέχεσαι επιστροφή χωρίς μια πρότερη φυγή… ή πώς να φύγεις από κάπου που δεν έχεις φτάσει; Κι όλοι αυτοί κομπάζουν ξένοι σε άλλη γη, δίχως να αναρωτιούνται ποιος ο πατρικός τους τόπος.

Πατρίδα είναι η αγάπη, το παθιασμένο, μανικό, αληθινό δόσιμο. Σ’αυτήν την πατρίδα δε κατοίκησε ποτέ. Δεν ίδρωσε στο χώμα της για να το φυλάξει στον κόρφο του, δε μέθυσε ποτέ στο άρωμά της για να το κάνει θύμηση, δε την έχασε για να τη νοσταλγήσει. Καθένας αξιώνει τη δική του Πατρίδα, και η δική του, η μόνη, ήτανε τούτη η λευκή κόλλα, η σιωπή του, η μόνωση του, ότι αγάπησε και εκτίμησε. Και όταν οι πρώτες του De Chirico: The return of Ulysses
λέξεις, «Χαμένη Πατρίδα», προσέβαλαν την ιερή λευκότητα, αμέσως αναθάρρησε, μειδίασε. Ήτανε τότε που για πρώτη φορά ένιωσε να βαδίζει τη δική του ξενιτεία, πόνεσε την απώλεια της δικής του Πατρίδας, κι ανυπομονούσε να βρέξει τα χείλη του με το γλυκόπικρο ποτό της νοσταλγίας.

Του Παναγιώτη Μπαργιώτα

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under σχολιανά με πόνο

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.