Πατρίδα Πατρίδα – Αλκίνοος Ιωαννίδης

Λοιπόν αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός πότε-πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός.

Μα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν ξέρω ότι δεν έχουν άγια να μου πουν ήμουν εγώ στη φωτιά κι ήμουν εγώ η φωτιά είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά.

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα προδωμένη από μέσα, απ’τους πιο πατριώτες να ‘χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με το όπλο στο στόμα τα παιδιά τους να μπαίνουν σήμερα στη βουλή. Κάτω από ένα τραπέζι-το θυμάμαι σαν τώρα- με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.

Κοίταξε τι ωραίοι που έιναι, κοίταξε τι ωραίοι που έιναι… Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ’τη Σμύρνη στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα κι ο άλλος κύπριος φυγάς στο μάυρο τότε Λονδίνο στα 27 του στα δύο τον κόψαν οι Γερμανοί.

Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ’ άδειο ξενοδοχείο αμερικάνικες βόβμες κι εγώ να κοιμάμαι αύριο θα τραγουδάμε στης πλατείας τη γιορτή.

Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης είδα τα χέρια, τα πόδια πεταμένα στη γη είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική.

Εδώ στην άσχημη πόλη που απ’ την ανάγκη κρατιέται ένας λάος ριμαγμένος μετάλλεια ντόπας ζητά ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ.

Τους είχα δει να γελάνε, οι μπάτσοι κι απ’την Ομόνοια να πετάν δακρυγόνα στο πυροσβεστικό στο παράθυρο εικόνισμα οι άνθρωποι σαν λαμπάδες και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό.

Είδα μετά τους δικούς μου να περνούν τη γραμμή για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη ο Σολωμός με αρμάνι και την καρδιά ανοιχτή.

Δεν ψάχνω ο εαυτός μου να ναι τόπος δικός μου ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν θα ‘ταν αγγένητη η γη δε με τρομάζει το τέρας ούτε και ο αγγελός μου ούτε το τέλος του κόσμου, με τρομάζεις εσύ.

Με τρομάζεις ακόμα, οπαδέ της ομάδας του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα διερμηνέα του Θεού, ρασοφόρε γκουρού τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο προσεύχεσαι και σκοτώνεις τραυλίζεις ύμνους οργής έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς μισείς τον μέσα σου ξένο κι όχι δεν καταλαβαίνω δεν ξέρω που πατώ και που πηγαίνω.
(Συναυλία ενάντια στην κρατική καταστολή στα προπύλαια Παρασκευή 19 Δεκέμβρη 2008)

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Τραγούδι

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.