»Μια ειρωνική Ματιά…."


Το ν΄ αναπνέεις δεν σημαίνει απόλυτα ότι ζεις.

Το να πεθαίνεις δεν είναι πάντα θάνατος.

Έτσι και το να βρίσκεσαι στον χώρο της Εκκλησίας ως κληρικός ή λαϊκός, δεν προεξοφλεί το γεγονός της σωτηρίας σου ή της εσωτερικής πληρότητας για την ύπαρξη. Θα πρέπει να υπάρξει ΄΄κλίση΄΄ που θα σε οδηγήσει στην δυνατότητα να ανακαλύψεις την ουσία ζωής που προτάσσει το συγκεκριμένο σχήμα και επιλογή. Μια ανακάλυψη που στο βάθος των πραγμάτων, ουσιαστικά είναι χάρισμα. Καλλιεργείται και αυξάνεται. Δεν πωλείται και δεν εξαγοράζετε. Πολλώ δε μάλλον δεν κατασκευάζετε στην »θρησκευτική» βιομηχανία κλονοποιημένων προσωπικοτήτων.
Ο μοναχός Παρθένιος Κοκολινάκης ήταν κάτοχος αυτού του ιδιαίτερου χαρίσματος, που μυστηριωδώς και ανεξιχνιάστως σπέρνει στις υπάρξεις ο Θεός. »Ένα από τα πλέον δυσπρόσιτα στην καθημερινή λογική μυστήρια είναι το γεγονός ότι Αυτός που θέλουμε να εκφράσουμε η να περιγράψουμε η εν πάσει περιπτώσει να εννοήσουμε με την λέξη Θεός, έχει το ιδίωμα να προκαλεί ερωτικά σκιρτήματα στις καρδιές των ανθρώπων. Όχι όλων των ανθρώπων, αλλά σε μερικών. Είναι κάτι που μας το βεβαιώνουν τα βιώματα πολλών ανθρώπων…»

Η κλίση αυτή, η εσωτερική πληροφόρηση, οδήγησε τα βήματα του, το έτος 1976 στά νότια παράλια της Κρήτης και συγκεκριμένα στην Ιερά Μονή Παναγίας Κουδουμά.

Στο κείμενο αυτό, που είναι αφιέρωμα στην »οσιακή» μνήμη του, δεν θα μας απασχολήσουν τα βιογραφικά του στοιχεία. Διότι απλά δεν μας ενδιαφέρουν. Όπως άλλωστε και τον ίδιο, από την ημέρα εκείνη όπου η Παναγία Μητέρα τον εισόδευσε σε μέρος μετανοίας και αναγεννήσεως εσωτερικής.

Έζησε σαν να μην ήρθε ποτέ σ΄αυτό τον κόσμο. Φίλος της ησυχίας, της ανωνυμίας, της εκούσιας »ανυποληψίας». Βίωσε την αλήθεια των λόγων του Αγίου Ισαάκ του Σύρου » ο αληθινά ταπεινός είναι αυτός που έζησε σαν να μην γεννήθηκε ποτέ…». Ασύλληπτες εκφράσεις γεμάτες υπαρξιακή αλήθεια, λόγος μετρημένος και αρτημένος στην σήψη των εφήμερων και ματαίων λογισμών.

Βίωσε την ελευθερία του να μην έχεις τίποτε να πεις και να μην θέλεις κανένα να πείσεις. Να ησυχάζεις μες στην ανωνυμία σου. Να αναπτύσσεσαι στην βαθιά προσευχή σου. Να σιωπάς μες στην παρουσία σου, μα κυρίως στην παρουσία του Θεού ως μυστήριο και ανερμήνευτη γνώση. Ο Θεός, είπε κάποτε ένας Γέρων, είναι ο »εκπρόσωπος» του ανεξήγητου και ανερμήνευτου μέσα στον πολυσήμαντο κόσμο μας.

Ο μοναχός Παρθένιος δεν πήρε ποτέ την ζωή στα σοβαρά. Γι αυτό και δεν επιδίωξε ποτέ την κατά κόσμο σοβαρότητα και ΄΄κοσμιότητα΄΄. Οι περισσότεροι από εμάς παίρνουμε τόσο πολύ στα σοβαρά την υπόθεση ζωή που στο τέλος χάνουμε την ουσία της.

Χειμωνιάζουμε γοργά γοργά την άνοιξη μέσα μας και πνιγόμαστε στα πελάγη των δικών μας κυμάτων, που δεν είναι άλλα από τις παλίρροιες του »Εγώ΄΄.

Ο Ιησούς μας ζήτησε να μείνουμε παιδιά, με ότι αυτό συνεπάγεται και εμείς βίαια και πρόστυχα ενηλικιωνόμαστε, για να καταστούμε υπολήψιμες μονάδες σε ένα παιγνίδι κοσμικών εντυπώσεων και επιδιώξεων. Αναζητούμε την επιτυχία, την προβολή, το χρήμα και την εξουσία, με βαρύ τίμημα την ειρήνη και την ησυχία της καρδιάς μας. Χάνουμε τα καλύτερα μας χρόνια στις μάχες και τα ναρκοπέδια του νάρκισου ανταγωνισμού που τρώει τις σάρκες των αγνών ονείρων μας.

Ο Γέροντας Παρθένιος διέγνωσε πρόωρα την τραγικότητα της ζωής. Την ειρωνεία και την μάταιη ματιά της. Γι΄ αυτό και της το έσκασε γρήγορα και ουσιαστικά.
Όταν τον πρωτοσυναντούσες δεν τον έπαιρνες και τόσο πολύ στα σοβαρά. Η τραγική »ειρωνική» ματιά του, ο αυτοσαρκασμός, η ΄΄σαλότητα΄΄ που προσποιούνταν για να κρύβει την όντως σοφία και αρετή του, απαιτούσε ή να είχες γνώση της μοναχικής αυτής παραδόσεως και ασκήσεως, που ακούει στο όνομα ΄΄δια Χριστόν σαλότητα ΄΄* ή να διέθετες εσωτερικούς οφθαλμούς με υπερευαίσθητα πνευματικά κριτήρια.
Το ντύσιμο του, ο τρόπος ομιλίας του, η συμπεριφορά του, σου υπαγόρευε την ΄΄απαξίωση ΄΄του προσώπου του. Ήταν αυτό που ο ίδιος ζητούσε, να μην τον παίρνει κανείς στα σοβαρά, έτσι ώστε να κερδίζει σε εσωτερική απλότητα και ελευθερία.
Όταν έχεις κερδίσει την μάχη με το Εγώ και το Υπερεγώ, την εικόνα και τα είδωλα των εσώτερων ψυχικών κινήσεων και παθών, ελευθερώνεσαι.

Στις μέρες μας, οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν, αγωνιούν και πάσχουν για την εικόνα τους. Για το ποια γνώμη θα σχηματίσει για μας η συλλογική κρίση της κοινωνίας. Διαμορφωνόμαστε από την συλλογική συνείδηση και όχι από την ατομική και προσωπική. Ετεροπροσδιοριζόμαστε και δεν αυτοπροσδιοριζόμαστε. Κουράζουμε και κουραζόμαστε, στην κρίση και την κριτική, που καταργεί τις μοναδικότητες και ιδιαιτερότητες. Ο νέος κόσμος που ανοίγεται μπροστά μας, θα αποτελείται απο κοινωνίες, που θα προασπίζουν και θα σέβονται την ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα των προσώπων. Γεγονός που όσο και αν δεν θέλουμε να παραδεχτούμε είναι πραγματικότητα εδώ και αρκετές δεκαετίες στις δυτικές κοινωνίες.

Θυμάμαι αξέχαστα ο τι ο μοναχός Παρθένιος πέρα από την ΄΄σαλή΄΄ γενικότερα ζωή του, δεν αρεσκόταν σε κρίσεις και κατακρίσεις. Χαρακτηριστικά όταν άκουγε να κατακρίνουν κάποιον συνάνθρωπό του και επίμονα του ζητούσαν να πάρει θέση και να εκφέρει γνώμη, έλεγε, με αυτό το απαράμιλλο παιδικό του γέλιο, ΄΄ λοιπόν, πάμε παρακάτω..΄΄ εννοώντας βέβαια να αλλάξει προσανατολισμό και θέμα η κουβέντα, να σταματήσει η κατάκριση.

Έζησε σε κελί απλό και ταπεινό. Έσκυβες για να μπεις και δεν χωρούσες να βγεις. Ράσα τρυμένα και σκισμένα. Ανεμίζοντα κουρέλια διαμαρτυρίας στην πτώση και την οδύνη της ύπαρξης. Άρνηση κάθε μορφής καλλωπισμού και καθημερινά κοιτάγματα σε σπασμένους καθρέπτες κοσμικών και θρησκευτικών καθωσπρεπισμών. Πόδια ανυπόδητα χειμώνα καλοκαίρι. Βάρια σε κάθε βηματισμό τους, όπως και η αμάσητη λαλιά του που δεν ήξερε περιστροφές και ιερές διπλωματίες. Μάτια καθάρια, παιδικά και αθώα έλεγχαν κάθε ασύδοτη εξουσία κοσμικής και »πνευματικής» υπεροψίας.

Άτομο άκρα αντισυμβατικό. »Απροσάρμοστο» και »περιθωριακό». Άφηνε με χαρά τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε όλους εμάς που κοιτάμε στην ταμπέλα της παράστασης σε ποια σειρά είναι το όνομα μας.

Ο μοναχός Παρθένιος ήταν αληθινός μοναχός με ότι αυτό σημαίνει για την δισχιλιετή παράδοσή της Εκκλησίας μας. Δεν έφαγε ποτέ κρέας, δεν κοιμήθηκε ποτέ σε κρεβάτι, δεν επιζήτησε καμία δόξα και τιμή. Ήθελε να είναι τελευταίος του ενθάδε ώστε να καταστεί πρώτος του επέκεινα, σε χώρους ανερμήνευτους και ανέκφραστους.

Ο Θεός δεν υπήρξε ποτέ αντικείμενο έρευνας για τον Παρθένιο. Ούτε θέμα προς συζήτηση ιδεολογικής κατάθεσης και προτάσεως. Υπήρξε πραγματικότητα εσωτερικής πληροφορίας, άλλης ποιότητας και κατάστασης ζωής. Μίας πληροφορίας που βιώνεται εμπειρικά ως χάρισμα. Ως γεύσης του Άλλου ή του Αλλιώς στην συμπαντική πολυσήμαντη πραγματικότητα. Μια Άλλης παρουσίας που στέκει δίπλα σου, απλά, άμορφα, ήσυχα, ειρηνικά και εκστατικά ηδονικά στον χώρο της εσώτερης εμπειρίας της ύπαρξης. Αυτός ή αυτή η πληροφορία ήταν η ανάπαυση και συγχρόνως η έμπνευση του, γι αυτή την ζωή της κατά κόσμο νεκρότητας.

Χωρίς αυτή την εμπειρία, ο Μοναχισμός παίρνει άλλες μορφές και αφορμές κλήσεων. Παύει να είναι χάρισμα και καταντά ιδιορρυθμία ή απροθυμία της ζωής. Παραμορφώνεται σε θεσμικό νέκρωμα χωρίς ζωή. Σε ηθικισμό, πουριτανισμό, στείρο νομικισμό που αναζητά ψυχολογικά και νοσηρά »θρησκευτικά» δεκανίκια για να στηρίξει ή καλύτερα να καλύψει την απουσία κλήσης, καλέσματος, σε ένα τρόπο ζωής που προϋποθέτει εσωτερική πληροφορία.

Ο μοναχός Παρθένιος δεν στερούταν αυτής της μυστικής κλήσεως. Η εσωτερική φωνή τον καλούσε σε βίο ασκήσεως και ένθεης συγκινήσεως.

Ζωής χαριτωμένης αφού ήταν πεπληρωμένη, γεμάτη νόημα και ουσία. Δηλαδή μια ζωή που τον ολοκλήρωσε ως προσωπικότητα στις χαρισματικές δυνατότητες και διαστάσεις της. Γιατί τότε μόνο μπορούμε να πούμε ότι η ζωή ολοκληρώνεται, όταν αφυπνίζεται η ατομικότητα και η μοναδικότητα της υπάρξεως σε πληρότητα ζωής και παρουσίας.

π. Χαραλάμπος Παπαδόπουλος

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Περί του εμού έρωτος

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.