Μήν ρωτάς…

Μη με ρωτάς,
ποιο είναι το μέτρο της Αγάπης.
Δες το Σταυρό!

Σάς ικετεύω:
Σβήστε τα φώτα.
Μας κρύβουν το Φως.

Είδα
την ανατολή του ήλιου.
Είδα
τη δόξα του θεού.

Περάσαμε τη ζωή μας
μαζεύοντας πληροφορίες.
Στο τέλος,
χάσαμε τη γνώση τ’ Ουρανού.

Αδερφέ μου,
δώσε μου το χέρι σου
να περάσουμε το χάος…

Ποιος είν’ αυτός,
που με κοιτάζει κατάματα
και με χίλια πρόσωπα,
μέσ’ από το σπασμένο
καθρέφτη;

Κοίταξα στο μεγάλο καθρέφτη και είδα το πρόσωπο μου νεότερο.
Ήταν αποστασία μου;
Κρυψαμε τον Εσταυρομένο
πίσω απ’ την Αγία Τράπεζα,
να μη βλέπει
την πείνα και τη δίψα
του λαού Του.

Το άτομο διασπάστηκε.
Κι η Αγάπη επιμένει
να ενώνει τα πρόσωπα.

Τώρα,
κυκλοφορώ κι αναπνέω
στο φως της μέρας
και σκέφτομαι
πόσο πιο λεύτεροι
ήταν τότε
στις κατακόμβες.

Οι πτώσεις μου πολλές.
Ευδόκησε
η τελευταία πτώση μου
να ‘ναι στα πόδια Σου.

Σ’ αυτή την πόλη κάθε πεθαμένος
δουλεύει μέρα-νύχτα
για φέρετρο καλύτερο.

Μας έρχονται
«ακοαί πολέμων». Θα πρέπει
να λυγίσουν τα γόνατα…

Μια στιγμή:
Σταματήστε τη γενναιότητα
των όπλων.
Ν’ ακούσω τη φωνή του Θεού
– πονάει, έπλασε Ανθρώπους.

Έγδυσε ο Αδαμ τη Ζωή
για ν’ αυξήσει τις πωλήσεις του.
Κι είδε την πώληση του.

Κι όμως,
υπάρχουν ανάπηροι
που κλαίνε δίχως μάτια,
που κάνουν το σταυρό
τους χωρίς χέρια…

Το ηλεκτρικό ψυγείο,
η ηλεκτρική τηλεόραση,
το ηλεκτρικό πλυντήριο,
ο ηλεκτρικός άνθρωπος,
η ηλεκτρική συνείδηση.
Εμφανίσεις φωτογραφιών:
θετικό – αρνητικό.
Οι σκοτεινοί θάλαμοι
κατασκευάζουν τις φυλετικές
διακρίσεις…

Ερείπια Ναών
-ψυχών ερείπια…

Υπάρχω,
θα πει υπάρχουμε,
Εκείνος κι εγώ.
Αλλιώς, αυτοδιαλύομαι.

Σαν τελειώσουμε
τ’ Αλφάβητο της Ζωής,
θ’ αρχίσουμε να ζούμε.

Ορθώθηκε ο Άγγελος
του Ολέθρου…
Κι οι φερετροποιοί στην Πομπηία
αμετανόητοι.

Την ύστατη ώρα
πρέπει να ‘ναι λαμπρό
το ένδυμα σου…
Όπως τα φύλλα
που ντύνονται χρυσά,
όταν πεθαίνουν…

Μέση Ανατολή…
Καταδικασμένη η οσμή του αίματος
να πνίγεται στην οσμή
των οκτανίων.
Εκεί,
«εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον»…

Κύριε τυπογράφε, λάθος!
Αγάπη, όχι με κεφαλαία.
Μιλάμε γι’ ανθρώπους…

Έπρεπε να περάσουν χρόνια,
για να καταλάβω
πως εκείνο το Α και το Ω του Ιε­ρού,
είναι η αρχή και το τέλος
στη λέξη: ΑΓΑΠΩ.

Πασχίζω να βρω το σφουγγάρι,
που θα σβήσει τις ανορθογραφίες
απ’ το μαυροπίνακα
που ‘χω μέσα μου.

Μιλάω στο Θεό Πατέρα μου.
Και του ζητώ, και του ζητώ…
Κάποτε, που σταματώ,
Τον ακούω να μου λέει:
-Τι άλλο; Τι άλλο; Πες μου!…

Μια περίεργη ιδιότητα της ύλης:
Μ’ αυτήν,
κερδίζεις την άυλη αιωνιότητα.

Τώρα πια,
τα μάθαμε όλα
κι είμαστ’ έτοιμοι
να δώσουμε απαντήσεις…
Αλίμονο!…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Ποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.