Μεγάλη Παρασκευή


Ο Χριστός, αφού εμπαίχθηκε και βασανίσθηκε από τον ιουδαϊκό όχλο και τους Πραιτωριανούς του Πιλάτου, πορεύεται την «Οδό του Μαρτυρίου». Στον Γολγοθά σταυρώνεται σαν κακούργος, μαζί με τους δύο ληστές. «Γολγοθά» σημαίνει «κρανίου τόπος», κατά την παράδοση του κρανίου του Πρωτοπλάστου Αδάμ, που απεικονίζεται στη βάση του Σταυρού. Και στον Σταυρό ακόμη δέχεται τον ονειδισμό των στρατιωτών. Όταν θα πει «Διψώ», θα γευτεί χολή και ξίδι. Παρακαλεί τον Ουράνιο Πατέρα Του να συγχωρήσει τους σταυρωτές Του. Συγχωρεί τον Ευγνώμονα και μετανιωμένο Ληστή, ανοίγοντάς του τις πύλες του Παραδείσου.
Την ενάτη ώρα της ημέρας λέει το «Τετέλεσται». Η θεία ψυχή Του κατεβαίνει στον Άδη. Το «πρωτευαγγέλιο», η πρώτη χαρμόσυνη υπόσχεση του Θεού στους πεσμένους Προπάτορες, αρχίζει να εκπληρώνεται. Είχε πει στον όφη ο Θεός: «Έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον του σπέρματός σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής (της γυναίκας). Αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν, συ δε τηρήσεις αυτού πτέρναν». Τώρα ο διάβολος «πληγώνει την πτέρνα» του Υιού του Ανθρώπου, που θα βρεθεί στα βασίλεια του Άδη για τρεις μέρες. Κατόπιν όμως θα δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα στην κεφαλή Του από τον Θεάνθρωπο που θα αναστηθεί. Η Εκκλησία βιώνει διαρκώς αυτήν την σταυροαναστάσιμη ατμόσφαιρα, το κλίμα της χαρμολύπης. Απ’ τη ζωηφόρο πλευρά Του ρέει αίμα και ύδωρ.
Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής και ο κρυφός μαθητής, Νικόδημος παίρνουν άδεια απ’ τον Πιλάτο και κατεβάζουν το θείο Σώμα απ’ τον Σταυρό. Το αποθέτουν, με αρώματα και μύρα, τυλιγμένο με λευκό σεντόνι, στο κενό μνημείο του Ιωσήφ, «ο ην λελατομημένον εκ πέτρας».

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η κατ’ εξοχήν πένθιμη μέρα του έτους. Οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν όλη τη μέρα πένθιμα (διπλοκαμπανιά). Οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες.
Το πρωί γίνεται στους ναούς γίνεται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και αμέσως μετά ο Εσπερινός της Αποκαθήλωσης. Στο τέλος του Ευαγγελίου, ο ιερέας βγάζει τα καρφιά απ’ τον Εσταυρωμένο, κατεβάζει το Σώμα, το αποθέτει σε λευκό σεντόνι, το ραντίζει με «μύρα» (άρωμα), ευλογεί τον λαό και το τοποθετεί στην Αγ. Τράπεζα. Σε λίγη ώρα, λιτανεύει τον «αέρα» (ύφασμα) του Επιταφίου σε όλον το ναό και τοποθετεί πάνω στο ξύλινο κουβούκλιο.

Αρκετοί περνούν κάτω από το κουβούκλιο γονατιστοί, τρεις φορές σταυρωτά «για ευλογία». Στους περισσότερους ναούς το πρωί στολίζουν οι κοπέλες τον Επιτάφιο. Παλιότερα τα αγόρια ξεχύνονταν στους κήπους , στον Κάμπο και σε διάφορα σπίτια για να ζητήσουν απ’ την ανθοστόλιστη φύση τη… δική της συμβολή στο υπέρτατο Πένθος της Κτίσης για τον τριημερεύοντα νεκρό Θεάνθρωπο. Δεν είναι λίγοι κι αυτοί που περνούν απ’ όλες τις εκκλησίες, για να «ξετιμώσουν» ποιος είναι ο καλύτερος Επιτάφιος.
Το πρωί, τα παιδιά βγαίνουν για να πούνε «του Χριστού τα Πάθη», κρατώντας καλάθι στολισμένο με άνθη και ξύλινο σταυρό.

Του Χριστού τα Πάθη

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων βασιλέα.
Κι ο Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να κάμει δείπνο μυστικό να τον συλλάβουν όλοι.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή της ήρθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Πάψε, Κυρά μ’, τας προσευχάς, πάψε και τας μετάνοιας.
Το Γιόκα Σου τον πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε.
Χαλκιά, χαλκιά φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια
κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε.
Βάλτε τα δυο στους πόδας του και τ’ άλλα δυό στας χείρας,
το πέμπτο το φαρμακερό μπήξτε το στην καρδιά του
να χύσει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του».
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε βαριά λιγοθυμάει.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της έρθει ο λογισμός για να της έρθει ο νους της.
Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
Ζητάει μαχαίρι να σφαεί για το Μονογενή της.
Ζητάει φωτιά για να καεί, ζητάει γκρεμό να πέσει».
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Ιακώβου η μάνα
και του Λαζάρου η αδερφή κι οι τέσσαρες αντάμα
σαν πήραν το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι,
το μονοπάτι τα έβγαλε μεσ’ στου Ληστού την πόρτα.
«Άνοιξε πόρτα του Ληστού και πόρτα του Πιλάτου».
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Κοιτάει δεξά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει.
Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Αη-Γιάννη.
«Αη-Γιάννη, Αη-Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστά του Γιου μου,
μην είδες τον Υιόκα μου και Σε το δάσκαλό σου;»
«Ποιος έχει γλώσσα να σου πει, χείλη να σου μιλήσει;
Ποιος έχει χεροπάλαμο για να σου τονε δείξει;
Βλέπεις Εκείνο το γυμνό, τον παραπονεμένο;
Εκείνος είν’ ο Γιόκας σου κι εμέ ο δάσκαλός μου…»
(Από το Πινακοχώρι Λευκάδας)

Η Μεγάλη Παρασκευή για τις νοικοκυρές είναι «αργία». «Μήτε βελόνι δεν πιάνουνε» -λένε. Για τα καταστήματα είναι αργία μέχρι να τελειώσει η ακολουθία της Αποκαθήλωσης.
Το μεσημεριανό φαγητό είναι χωρίς λάδι, πρόχειρο. Οι παλαιές ευλαβείς γυναίκες έμεναν εντελώς νηστικές. Κάποιες συνήθιζαν να βάζουν λίγο ξύδι στο στόμα τους, συμμετέχοντας ενεργά στην Άκρα Ταπείνωση του Χριστού («και έδωκαν αυτώ χολήν άμα και όξος»).
Στις 7 μ.μ. αρχίζει η ακολουθία του Επιταφίου, δηλ. ο Όρθρος του Μεγ. Σαββάτου.
Ψέλνονται τα εγκώμια. Στο «Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα λίαν πρωί ελθούσαι» ο ιερέας ραίνει με άνθη (ροδοπέταλα κ.ά.) και άρωμα τον Επιτάφιο και όλο τον λαό.
Στο τέλος της δοξολογίας γίνεται η περιφορά του Επιταφίου. Επιστρέφοντας στο ναό, παλιότερα, οι πόρτες του ήταν κλειστές και οι ιερείς έψελναν το «Άρατε πύλας» για να ανοίξουν.
Οι επίτροποι στέκονται δεξιά κι αριστερά στις πόρτες της εκκλησίας και σηκώνουν τον Επιτάφιο ψηλά για να περάσει ο κόσμος αποκάτω.

Ακόμη, ξεστολίζεται ο Επιτάφιος και μοιράζονται στους πιστούς τα άνθη του για ευλογία.
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Συναξάρια

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.