Ανάσταση


“Δεν σʼ ακολουθώ πια” φώναξα, μα εκείνος μʼ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα.,

πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν,κι οι οργανοπαίκτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απʼ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απʼ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,κι αυτό το κάθαρμα ο αμαξάς, προσπαθούσε να κρύψει μʼ ένα σάλι το βρώμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα, πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα, κρυφά, και νοίκιασα ένα δωμάτιο σʼ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλομό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, “πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν” είπε λυπημένος,γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για τον σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στον δρόμο.
ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (Αθήνα, 1895-1976)

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Iστολόγια

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.