Οδεύοντες προς την Κύπρον

Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός

1. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῆ ἡ κατάθεση λίγων σκέψεων, καθὼς ὁδεύουμε πρὸς τὴν Συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν «Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία» (16–23 Ὀκτωβρίου 2009). Δὲν φιλοδοξοῦμε νὰ προσθέσουμε κάτι τὸ νέο. Ἁπλῶς καταθέτουμε καὶ μεῖς μία ὁμολογία, παράλληλα μὲ ἐκείνη πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, καὶ κυρίως τοῦ σεβαστοῦ μας Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, π. Γεωργίου Καψάνη καὶ τοῦ ἐκλεκτοῦ συναδέλφου κ. Δημ. Τσελεγγίδη, εἰδικοῦ καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης……..

.Ὁ Θεὸς ἀνέδειξε στοὺς δυσκόλους καιρούς, ποὺ διερχόμεθα, τὸν κ. Τσελεγγίδη ὡς νέον Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ ὁμολογεῖ καὶ στηρίζει τὴν ὀρθόδοξη πίστη τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων Πατέρων καὶ προσευχόμεθα γιὰ τὴν ἄνωθεν ἐνίσχυση καὶ προστασία του, ἐφόσον διὰ στόματος παπικοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρόσφατα ὑπεδείχθη, ὅτι οἱ ἐνοχλητικοὶ πρέπει νὰ φιμώνονται…

Ἡ προηγούμενη Συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς (Ραβέννα, 8–14 Ὀκτωβρίου 2007) διετύπωσε καὶ τὸ θέμα τῆς προσεχοῦς Ὁλομελείας: «Ὁ ρόλος τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία». Ἀπὸ πολλοὺς δὲ καὶ διὰ πολλῶν ἔχει ἀποκαλυφθῆ, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἀναγνωρισθῆ στὸν Πάπα ἕνα «πρωτεῖον διακονίας» στὴν Ἐκκλησία. Αὐτό, βέβαια, δὲν εἶναι νέο στὸν οἰκουμενιστικὸ διάλογο. Τὰ ἴδια ἄκουα καὶ κατὰ τὶς σπουδές μου στὴν Γερμανία (1969–1975). Εἶναι μία μόνιμη τακτική, γιὰ νὰ ἑδραιωθῆ καὶ στὴν Ὀρθοδοξία ἡ ἔννοια τοῦ παπικοῦ πρωτείου, καὶ αὐτὸ προωθεῖται μὲ τὴν ἀναγνώριση (πρόταση, ἀκόμη) ἑνὸς εἴδους πρωτείου στὸν ἐπίσκοπο, γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ τὸ πρᾶγμα καὶ στὸν «Ὑπερεπίσκοπο» καὶ «Episcopum Universalem», τὸν αἱρετικὸ Πάπα τῆς Ρώμης. Λησμονεῖται ὅμως, ὅτι ἡ Ἡνωμένη Ἐκκλησία (Ὀρθοδοξία) τῆς πρώτης χιλιετίας δὲν ἔκανε λόγο γιὰ πρωτεῖο στὸν Π. Ρώμης, ἀλλὰ γιὰ «πρεσβεῖα τιμῆς», κάτι ποὺ δεχόμεθα ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι χωρὶς ἀντιλογία, ὅταν ὅμως ὁ Πάπας εἶναι ὀρθόδοξος καὶ ἐντὸς τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἀποστόλων καὶ Πατέρων. Δυστυχῶς ὅμως τὰ τεχνάσματα δίνουν καὶ παίρνουν σ᾽ αὐτὸ τὸν Διάλογο. Ὁ Πάπας ἐκλαμβάνεται ὡς ὀρθόδοξος καὶ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως οἱ ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς. Βέβαια, πολλοὶ (ἢ καὶ ὅλοι οἱ) Οἰκουμενισταὶ αὐτὸ δέχονται. Θεωροῦν τὸν Πάπα ὀρθόδοξο, τὸν Παπισμὸ Ἐκκλησία καὶ ὄχι αἵρεση, ἀλλ᾽ εὐκόλως «θεραπεύσιμο σχίσμα». Βέβαια, ὅταν ἐπικρατήσει τὸ ἐκτοξευθὲν στὴν συνάντηση τῆς Θεσσαλονίκης (Ἡμερίδα, 20.5.09) ὅτι εἶναι ἀνάγκη «ὑπερβάσεως τῶν Πατέρων» γιὰ τὴν προώθηση τοῦ Ὀρθοδόξο –Παπικοῦ Διαλόγου, τότε ὅλα εἶναι δυνατά. Χωρὶς Πατέρες ὅλα ἐπιτρέπονται… Αὐτὸ εἶναι τὸ κλίμα, ποὺ θὰ ἰσχύσει στὴν μαρτυρικὴ καὶ ἐκ νέου πνευματικὰ σφαγιαζομένη Ὀρθόδοξη Κύπρο.

2. Πρέπει ὅμως, γιὰ νὰ κινούμεθα στὰ ὅρια τοῦ ρεαλισμοῦ, νὰ ἔχουμε σταθερὰ πρὸ ὀφθαλμῶν μία πολὺ ἀρνητικὴ παράμετρο, ποὺ συνοδεύει τοὺς Διαλόγους μας. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀειμνήστου Πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἐγκαινιάσθηκε μία πορεία, ποὺ εἶναι πιὰ πολὺ δύσκολη, ἂν ὄχι ἀδύνατη, ἡ ἀναθεώρηση ἢ ἀναχαίτισή της, χωρὶς τὴν θεία παρέμβαση (θαῦμα) καὶ τὴν δική μας μετάνοια. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας συνέδραμε χωρὶς ἀναστολὲς τὴν προώθηση τῶν στόχων τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου (1962–1965) στὴν συνάντηση μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ φαινομενικὰ μὲν εἶναι ὁ διάλογος «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» καὶ ἡ ἕνωση, στὴν οὐσία ὅμως ἡ ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸν Παπισμὸ μὲ τὸν ἐξουνιτισμό της. Μόνο ὡς οὐνίτες, ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικά, χωρᾶμε στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Νέα Ἐποχή!

Μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ραβέννας (2007) μεταβαίνουμε σὲ μιὰ κρίσιμη φάση, διότι εἰσερχόμεθα στὴ συζήτηση τοῦ θέματος τοῦ πρωτείου, ὑπὸ προϋποθέσεις ὅμως ποὺ ἐξυπηρετοῦν κατάφωρα τὰ παπικὰ σχέδια καὶ τὶς φιλοπαπικὲς προσδοκίες τῶν οὐνιτιζόντων δικῶν μας. Τὸ παπικὸ πρωτεῖο —(ὅπως καὶ νὰ τὸ ὀνομάσεις, πρωτεῖο κοσμικῆς ἐξουσίας εἶναι καὶ οὐδὲν πνευματικὸ ἔρεισμα ἔχει)— εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὸ ἀλάθητο καὶ τὰ λοιπὰ περὶ Πάπα δόγματα: ὁ πάπας ὑπερεπίσκοπος, βικάριος τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπὲρ τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μὲ κατάληξη στὴν βασιλικὴ ἰδιότητα τοῦ Πάπα στὸ Κράτος τοῦ Βατικανοῦ (σήμερα καὶ παλαιὰ τῆς Ρώμης). Γι᾽ αὐτὸ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ μᾶς ρωτοῦσε: «Εἶναι τὸ Βατικανὸ Ἐκκλησία;»… Μαζὶ μὲ τὸ «φιλιόκβε», τὴν ἀποδοχὴ «κτιστῆς χάριτος» στὸν Θεό, τὰ περὶ Πάπα δόγματα εἶναι πλήρης ἀνατροπὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὄχι ἁπλὴ αἵρεση. Καὶ ὅμως ἡγετικὲς ὀρθόδοξες μορφὲς τοῦ Διαλόγου τολμοῦν νὰ διατείνονται, ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι Ἐκκλησία (γιὰ κάποιους δὲ Ἡ Ἐκκλησία).

3. Αὐτὰ λέγονται χωρὶς διάθεση ἐπιθέσεως κατὰ τῶν Ἡγετῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σήμερα. Τὸ γνωρίζουν τὰ Πρόσωπα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οἱ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Διαλόγου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὑπὲρ τὶς δύο χιλιάδες σελίδες ἔχω δημοσιεύσει σὺν Θεῷ μέχρι σήμερα, γιὰ τὴν στήριξη καὶ προβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Τὸν Ε´ δὲ καὶ τελευταῖο Τόμον τοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (1844 – 1864, πρώτη εἰκοσαετία καὶ σχολαρχία μητρ. Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνου Τυπάλδου – Ἰακωβάτου) ἀφιέρωσα (2009) στὸν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη, ὡς «ἐπιφανῆ ἀπόφοιτον τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης». Πόσο δὲ μεγάλη εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων, ποὺ προσυπέγραψαν τὴν «Ὁμολογία Πίστεως Κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» νὰ βλέπουμε τοὺς Ποιμένας καὶ Ἡγέτας μας «ὀρθοτομοῦντας τὸν λόγον τῆς ἀληθείας». Ἐδαφιαία εἶναι τότε ἡ μετάνοια καὶ προσκύνησή μας καὶ δοξολογοῦμε τὸν Τριαδικὸ Θεό μας, διότι «τοιούτους ἔχομεν Ἀρχιερεῖς» (Ἑβρ. 8,1).

Καὶ μία ἀκόμη ἐπισήμανση: Μᾶς κατηγοροῦν ὅτι σφετερισθήκαμε ἁρμοδιότητα καὶ ἔργο Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συντάσσοντες καὶ ὑπογράφοντες «Ὁμολογίαν Πίστεως» καὶ διὰ αὐτὸ κάποιοι δὲν τὴν ὑπέγραψαν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἀπορρίπτουν τὸ περιεχόμενο τοῦ κειμένου, ποὺ ὑπογράψαμε καὶ συνεπῶς τὸ δέχονται ὡς Ὀρθόδοξο. Δὲν λαμβάνεται ὅμως ὑπόψει, ὅτι δὲν εἶναι «Ὁμολογία Πίστεως» κατὰ ἀπομίμηση τῶν Συνόδων (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἀλλὰ συγκεκριμένα «κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ». Ἡ προχειρότητα τῶν ἐπικριτῶν μας, συνεπῶς, εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση, ὅτι ὑπάρχει ἄλλος στόχος: νὰ φιμωθεῖ κάθε φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ ἀντιδράσεως στὸν ἐξουνιτισμό μας.

Ἀναγκαία ὅμως εἶναι καὶ δεύτερη ἐπισήμανση. Μᾶς κατηγόρησαν —καὶ μάλιστα σεβαστὸς Συνάδελφος— ὅτι συνεχίσαμε τὴν πολεμικὴ τῶν «φυλλαδίων» καὶ κειμένων, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀποτείχιση, κατὰ τὸν ΙΕ´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας. Κάθε πρᾶγμα ὅμως ἔχει τὴν ὥρα του (Ἐκκλ. 3,1). Ἐξ ἄλλου, γιατὶ νὰ «ἐξωεκκλησιασθοῦμε» μόνοι μας; Ἐμεῖς μένουμε στὴν παράδοση τῶν Πατέρων καὶ Ἁγίων μας, ἀπὸ ποῦ καὶ γιατὶ νὰ φύγουμε; Ἄλλοι, ζηλοῦντες δόξαν Βησσαρίωνος, ὑποτάσσονται στὸν αἱρετικὸ Πάπα καὶ οὐνιτίζουν, ἀναμένοντες ἴσως νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ καρδινάλιοί του. Αὐτοὶ ἐξωεκκλησιάζονται καὶ ὄχι ἐμεῖς! Καὶ νὰ μᾶς «ἐξωεκκλησιάσουν» ὅμως, ἐνεργοῦντες κοσμικὰ καὶ μὲ τὴν «φεουδαλιστικὴ» νοοτροπία τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τῶν ταπεινῶν καὶ πάντοτε ἀτελῶν διακόνων της, ἐμεῖς δὲν θὰ παύσουμε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μένουμε ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων του. Διερωτῶμαι: Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁδηγούμεθα σὲ τέτοιους λογισμούς; Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρήσει! Πέσαμε πράγματι ΟΛΟΙ πολὺ χαμηλὰ καὶ γίναμε ὁ περίγελος τῶν Ἑτεροδόξων καὶ μάλιστα τοῦ Βατικανοῦ. Διότι δι᾽ αὐτοὺς ἐργάζονται κάποιοι ἀσυστόλως. Τὸ ὅτι, συνεπῶς, ἡ ὀρθόδοξη «Ὁμολογία μας» ἐνόχλησε, καὶ μάλιστα τόσο πολύ, σημαίνει ὅτι ἔθιξε καίρια καὶ ἐνόχλησε τοὺς ἔχοντες τὴν μυῖγα» καὶ δὲν εἶναι ὅπως τὰ προηγούμενα κείμενα, ποὺ καὶ ἐμεῖς ἔχουμε κατὰ καιροὺς συντάξει. Μιὰ αἰφνιδιαστικὴ ἀποτείχιση θὰ διευκόλυνε τοὺς οὐνιτίζοντες. Ἡ Ὁμολογία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸν «ἐξωεκκλησιασμό» μας. Μέχρι τότε ὅμως κάποιοι, φωτιζόμενοι ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ ξαναδιαβάσουν τὴν κατὰ τοὺ Οἰκουμενισμοῦ Ὁμοολογία μας καὶ νὰ ἀνανήψουν.

4. Ἀπὸ τὸν «Διάλογο τῆς Ἀγάπης», ἐφεύρημα παραπλανητικὸ τῆς Β´ Βατικανῆς, ποὺ ἀμέσως δέχθηκε ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, προχωρήσαμε βεβιασμένα στὸν Θεολογικὸ Διάλογο, χωρὶς νὰ ἔχουμε ἐχέγγυα γιὰ τὴν εἰλικρινῆ προαίρεση τῶν συνομιλητῶνμας (π.χ. λύση τοῦ προβλήματος τῆς Οὐνίας). Ἡ Οὐνία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῆ κατὰ τὴν πορεία τοῦ Διαλόγου. Ἁπλῶς θὰ ἐξοικειωθοῦμε μαζί της, ὅπως ἔγινε γιὰ διάφορα πράγματα μέχρι σήμερα καὶ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουμε (μετὰ τὸ BALAMAND, μάλιστα, 1993) ὡς νόμιμο καὶ ἰσότιμο συνομιλητή μας. Τέτοιες παγίδες, ὅμως, παγιδεύουν ὅσους εἶναι ἕτοιμοι νὰ παγιδευθοῦν καί, στὸν οἰκουμενιστικό οἶστρο τους, τέτοια θέματα τὰ ἀντιπαρέρχονται ἄνευ ἑτέρου. Κάθε συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπαράκαμπτη συνέχεια τῆς προηγουμένης καὶ ἀμετακίνητη πορεὶα πρὸς τὸν καθορισμένο στόχο, μὲ βάση τὰ «συμφωνηθέντα» καὶ μὲ φανερὴ διάθεση πάντοτε ὑποχωρήσεως τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὅταν μάλιστα ὅλα σήμερα γίνονται μὲ βάση τὴν Νέα Ἐποχή, τὶς δυναμικὲς καὶ στοχοθεσίες της… Μὲ δεδομένη λοιπόν, τὴν μεθόδευση τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἐσωτερικὴ συνέχεια τῶν ἀποφάσεων τῶν συνελεύσεων τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἐρώτημα εἶναι, ἂν εἶναι δυνατὴ κάποια αὐτοσυγκράτηση καὶ ἀνατοποθέτηση κάποιων θέσεων ἢ καὶ ἡ ἀπόρριψή τους καὶ γενικότερα ἡ ἀναστολὴ ἑνὸς τοιούτου Διαλόγου, ποὺ ἐφαρμόζει τὴν ἀρχή τῆς «λήψεως τοῦ αἰτουμένου». Τί θὰ γίνει λοιπόν; Ὑπάρχει ὁ ἀληθινὸς Κύριος καὶ Δεσπότης, ὁ Τριαδικὸς Θεός μας καὶ τὰ θαύματα εἶναι δυνατά, ἂν ὅμως συνεργάζονται ἐν μετανοίᾳ μαζί Του καὶ οἱ καρδιές μας!

Σημ. : Τὸ ὅτι τίποτε δὲν ἔχει ἀλλάξει στὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία καὶ στὴ παπικὴ θεώρηση τοῦ Παπισμοῦ φαίνεται καθαρότατα στὴν ἐπίσημη Κατήχηση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συντάχθηκε μὲ τὴν ἐπίβλεψη καὶ εὐθύνη τοῦ νῦν Πάπα, ὡς καρδιναλίου καὶ καθηγητοῦ τότε. Μία ἐργασία τοῦ γράφοντος πάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ θέμα ὁλοκληρώνεται σὺν Θεῷ καὶ θὰ δοθεῖ στὸν «Ο.Τ.» πρὸς δημοσίευση. Ὅσο γιὰ τὸν ὑπερτονισμὸ τῆς εὐθύνης τῶν Τοπικῶν Συνόδων στὴ λήψη τῶν ἀποφάσεων, δὲν πρέπει νὰ παραθεωρεῖται: α) ὅτι κάθε μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στὴν Ὀρθοδοξία ἔχει λόγο νὰ ἐπικρίνη τυχὸν παραλείψεις ἢ ὑπερβάσεις τῶν Ποιμαινόντων καὶ β) ὅτι εἶναι τόσο πιεστικὲς καὶ ἀδυσώπητες οἱ ἐπιθυμίες τῆς κυρίαρχης νεοεποχίτικης ἡγεσίας, ποὺ καὶ οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες δὲν μποροῦν νὰ μείνουν ἀνεπηρέαστες. Ἂς μὴ κρύβουμε τὴν ἀλήθεια, τοὐλάχιστον.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under H πλάνη του παπισμού

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.