Μητροπολίτης Κυρυνείας Παύλος: Ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας και όχι ο Πάπας

Στις 8-14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2007 συνήλθε στη Ραβέννα της Ιταλίας η δεκάτη συνεδρίαση της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών. Στο τέλος των εργασιών εξεδόθη κείμενο, το οποίο περιλαμβάνει τα συμφωνηθέντα και είναι γνωστό ως το Κείμενο της Ραβέννας.

Το Κείμενο της Ραβέννας είχε ως θέμα: «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της Ευχαριστιακής φύσεως της Εκκλησίας. Εκκλησιαστική κοινωνία και αυθεντία».

Το βασικό λάθος του κειμένου της Ραβέννας είναι ότι τα Ορθόδοξα μέλη της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών θεωρούν τους ετεροδόξους συνομιλητές τους ως ανήκοντες στην ίδια Εκκλησία, δίνοντες την εντύπωση ότι μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Ρωμαιοκαθολικισμού υπάρχει εκκλησιολογική ενότητα, χωρίς όμως να υφίστανται οι προς τούτο θεολογικές προϋποθέσεις.

Η προσπάθεια των μελών της Ορθοδόξου Αντιπροσωπείας να παρασιωπήσουν η να προσπεράσουν ως δευτερεύον ζήτημα τη δογματική διαφοροποίηση μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας, υπονομεύουν την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μόνης αληθινής Εκκλησίας, η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και δίνουν την εντύπωση ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί συνιστούν επί μέρους τοπική Ορθόδοξο Εκκλησία. Ενώ η διακοπή της διαμυστηριακής κοινωνίας οφείλεται στις διαφοροποιήσεις των Ρωμαιοκαθολικών από την κοινή πίστη των πρώτων αιώνων, εντούτοις στο κείμενο της Ραβέννας ομολογείται από τα Ορθόδοξα και Ρωμαιοκαθολικά μέλη της Μικτής Επιτροπής ως κοινή η πίστη τους. Έτσι προβάλλονται προς συζήτηση και διευθέτηση οργανωτικών και διοικητικών ζητημάτων, όπως π.χ. το περί του πρωτείου του Πάπα θέμα, ενώ τα θεολογικά τοιαύτα παρακάμπτονται και παραμένουν σε εκκρεμότητα.

Συνεπεία τούτου, το κείμενο της Ραβέννας κατέληγε με την αναφορά ότι ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης «εναπομένει να μελετηθή εις μεγαλύτερον βάθος» (Ραβέννα § 45).

Είναι λοιπόν ανάγκη να συζητηθούν πρώτα τα σοβαρά δογματικά θέματα και επί πλέον να καθορισθεί πλαίσιο με τις προϋποθέσεις, οι οποίες θα βασίζονται σε πατερικά κριτήρια, ώστε να διασφαλισθεί ότι ο Διάλογος θα διεξάγεται σε γερά και ασάλευτα δογματικά θεμέλια και όχι σε σαθρά κοσμικά πλαίσια. Μόνο με την εμμονή στην ακρίβεια του Ορθοδόξου δόγματος και στη δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι εργαζόμαστε για την επισυναγωγή των πεπλανημένων στην Ποίμνη του Χριστού.

Από την εξέταση του κειμένου της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής για τον θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών, που έγινε στην Κρήτη τον Οκτώβριο 2008, που είχε ωςτίτλο «Ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης στην κοινωνία της Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία» και που μόλις πρόσφατα ελάβομε, είναι εμφανής η προβολή των Ρωμαιοκαθολικών θέσεων. Η προβολή της θέσεως ότι «η αρχή της ποικιλίας εν τη ενότητι έγινε κατηγορηματικά δεκτή στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, που έγινε το 879-80» (Κρήτη, § 32), αποκαλύπτει τους απώτερους σκοπούς των Ρωμαιοκαθολικών. Προετοιμάζουν το έδαφος για μια ουνιτικού τύπου ένωση.

Ο Πάπας, του οποίου η Έδρα θεωρείται στο κείμενο της Κρήτης ως η «πηγή της επισκοπικής ενότητος» (Κρήτη §10), εμφανίζεται ως ο αντικαταστάτης του Χριστού, εκ του οποίου απορρέουν τα πάντα, αφού κατά τη ρήση του Πάπα Γελάσιου: «Η πρώτη έδρα κρίνεται από ουδένα» (Ep. 4, PL 58, 28B, Ep. 13, PL 59, 64A), (Βλ. Κρήτη, § 11). Παρά την προσπάθεια που καταβάλλεται για να παρουσιαθεί η απόλυτη κυριαρχία του Πάπα ως πρωτείο διακονίας, προβάλλοντας αυτόν «ως υπηρέτην των υπηρετών» (Κρήτη, §14), εν τούτοις δεν μπορούν να αποκρυβούν οι σοβαρές δογματικές διολισθήσεις και η λανθασμένη προσέγγιση των Ορθοδόξων Αντιπροσώπων στο θέμα του πρωτείου του Πάπα. «Ώντας Διάδοχος ο Πάπας γίνεται αποστολικός και κληρονομεί επίσης το κοινό της αδιαιρέτου ενότητος μεταξύ Χριστού και Πέτρου» (Κρήτη, § 17). Πως είναι δυνατόν να γίνεται δεκτό ότι ο Πάπας εκφράζει την ενότητα μεταξύ Χριστού και Αποστόλου Πέτρου;

Οι Ρωμαιοκαθολικοί εμμένοντες στο πρωτείο του Πέτρου στηριζόμενοι στους λόγους του Κυρίου «συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν» (Ματθ. 16, 18), παρερμηνεύουν τους λόγους του Χριστού, ο οποίος αναφέρεται «τη πίστει της ομολογίας» (Ι. Χρυσοστόμου, Εις Ματθαίον, 54, 2, P.G. 58, 534), και όχι στον ίδιο τον Απόστολο. Εξάλλου, πέτρα και ακρογωνιαίος λίθος είναι ο ίδιος ο Κύριος κατά τους λόγους Του. (Ματθ. 21, 42).

Ενώ ο παπικός θεσμός περιφρονεί την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση και εγκαθιδρύει την απολυταρχία, αφού ο Πάπας και όχι ο Χριστός εμφανίζεται ως η «πηγή της επισκοπικής ενότητος», (Κρήτη, § 10), είναι εμφανής η προσπάθεια που καταβάλλεται από τους συντάκτες του κειμένου να παρουσιασθεί ο Πάπας ως υπέρμαχος της συνοδικότητος, με προφανή σκοπό να διασκεδασθούν οι φόβοι των Ορθοδόξων και να προληφθούν αντιρρήσεις και αντιδράσεις.

Περαιτέρω αναφέρεται στο κείμενο της Κρήτης ότι «η ενότητα της Επισκοπής και της Εκκλησίας συμβολίζονται στο πρόσωπο του Πέτρου» (Κρήτη, § 10) και ότι «ο Πέτρος μιλά μέσω του Επισκόπου Ρώμης» (Κρήτη, § 19). Γιατί η κανονικότητα της Εκκλησίας να εξαρτάται από τη σχέση που έχει προς τον Πάπα; Γιατί είναι αναγκαίο να συμφωνεί κάθε τοπική Εκκλησία με την Εκκλησία της Ρώμης και όχι να συμφωνούν όλες ως ένα Σώμα; Η τριπλή του Κυρίου ερώτηση προς τον Απόστολο Πέτρο δεν έγινε για την απονομή του ανύπαρκτου πρωτείου, για το οποίο θα έπρεπε να χαιρόταν, αλλά για τη θεραπεία της τριπλής αρνήσεώς του, για την οποία ας σημειωθεί «ελυπήθη» (Ιωάν. 21, 17). «Το τριπλούν της αρνήσεως τω τριπλώ της συγκαταθέσεως ο αγαθός ιατήρ εξωστράκισε», σημειώνει ο Άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης (+435). (Επιστολή 1, 103, P.G. 48, 632).

Το αντισυνοδικό πνεύμα των Ρωμαιοκαθολικών δεν έχει ιστορικά ερείσματα. Η αρχαία Εκκλησία έχει ως ανωτάτη αρχή την Οικουμενική Σύνοδο και όχι τον Πάπα. Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι δεν συνεκαλούντο από τους Πάπες, οι οποίοι ας σημειωθεί ούτε προήδρευαν όλων των Οικουμενικών Συνόδων, ούτε εξέδιδαν δογματικές αποφάσεις για όλη την Εκκλησία, αλλά επικυρώνονταν από όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Εν τούτοις, όταν για πρώτη φορά τέθηκε το παπικό σύστημα θεωρητικά, ο Πάπας Γρηγόριος ο Μεγάλος (590 – 604) το απέκρουσε. (Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Παλαιοκαθολικισμός, Β΄, Αθήναι 1967, σ. 69). Και όμως, στο κείμενο της Κρήτης αναφέρεται ότι «καμμία Σύνοδος δεν αναγνωριζόταν ως Οικουμενική χωρίς αυτή να έχει τη συγκατάθεση του Πάπα» (Κρήτη § 12).

Η κατάληξη του κειμένου της Κρήτης ότι «Η πρώτη χιλιετία, η οποία έχει εξετασθεί σʼαυτό το στάδιο του διαλόγου μας, είναι η κοινή παράδοση αμφοτέρων των ʼΕκκλησιών μας, και ότι «στις βασικές θεολογικές και εκκλησιολογικές αρχές οι οποίες έχουν συνταυτισθεί εδώ, αυτή η κοινή παράδοση θα πρέπει να υπηρετεί ως πρότυπο για την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας», (Κρήτη, § 32), μας εμβάζουν σε ανησυχίες ότι τα Ορθόδοξα μέλη της Επιτροπής προτρέχουν.

Εδώ αξίζει να υπογραμμισθεί ότι η διαχείριση των Εκκλησιαστικών θεμάτων, πολύ δε περισσότερο αυτών που αφορούν στην Ορθόδοξο Πίστη, δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια διορισμένων Καθηγητών, η έστω Επισκόπων, οι οποίοι βεβαίως εκπροσωπούν τυπικώς τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αυτενεργούν όμως εκφράζοντας τις δικές τους προσωπικές απόψεις λόγω μη χάραξης Συνοδικής στρατηγικής εκ μέρους της τοπικής τους Εκκλησίας.

Η αποφυγή σύγκλησης Συνόδων, η εν περιπτώσει συγκλήσεως, η αφαίρεση της δυνατότητος από τους συγκροτούντες αυτές να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις και θέσεις τους, η η μη έγκαιρη ενημέρωση των υπευθύνων των ειδικών Επιτροπών για την ετοιμασία διαφόρων εισηγήσεων προς την Ιερά Σύνοδο προς λήψη σχετικών αποφάσεων, συνιστά εκτροπή από το συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας και δεν διασφαλίζει τη διαμόρφωση Ορθοδόξων θέσεων. Περαιτέρω, η προσπάθεια επιβολής έξωθεν διαμορφωθείσης γραμμής υπονομεύει την εκκλησιατική τάξη. Η προσπάθεια των θεολόγων που εκπροσωπούν την Ορθόδοξο Εκκλησία να χαρακτηρίζουν το Ρωμαικαθολικισμό ως Εκκλησία, προκαλεί το Ορθόδοξο αίσθημα.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under H πλάνη του παπισμού

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.