Category Archives: Γεροντικά

Πατήρ Ευσέβιος Βίττης

Ένας άνθρωπος απλός, ξεχωριστός, ταπεινός, με πολλές γνώσεις και πνευματικά χαρίσματα, πατερικά βιώματα και θεϊκή φώτιση, πολυγραφότατος, δάσκαλος που αφιέρωσε τη ζωή του για τη σωτηρία της ψυχής των συνανθρώπων του.

Έτσι χαρακτηρίζουν οι μαθητές του τον ιερομόναχο πατέρα Ευσέβιο Βίττη, ο οποίος εκοιμήθη σε ηλικία 82 ετών, στο ησυχαστήριό του στη θέση Φαιά Πέτρα Σιδηροκάστρου, όπου προσευχόταν τα τελευταία χρόνια. Η επιθυμία του ήταν να μη γίνει γνωστός ο θάνατός του πριν την ταφή του και η κηδεία του να γίνει από έναν απλό κληρικό και έναν λαϊκό, χωρίς κόσμο. Η εκκλησία επέλεξε όμως να τον αποχαιρετήσει όπως άξιζε στη μοναδικότητά του. Η εξόδιος ακολουθία έγινε στο μετόχι της μονής Αγίου Γρηγορίου, στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Σταυρούπολη, από τον μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβα, τον μητροπολίτη Σιδηροκάστρου Μακάριο και τον μητροπολίτη Κουλουέζ Μελέτιο. Αν και δεν ανακοινώθηκε η κηδεία, πλήθος κόσμου συνέρευσε στον ναό για να απευθύνει το ύστατο χαίρε στον πνευματικό δάσκαλο. Ακολούθησε η ταφή του στο ησυχαστήριο της Φαιάς Πέτρας, όπου για πρώτη φορά επιτράπηκε η παρουσία γυναικών.

“Ο Ευσέβιος ήταν πόλος έλξης χιλιάδων ψυχών, πάσης τάξεως, ένας πνευματικός που αναγνωρίστηκε σε όλη την διάρκεια της ζωής του από λόγιους ανθρώπους”, περιγράφει ο κ. Στυλιανός Κεμετσετζίδης, ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου “Ορθόδοξη Κυψέλη”, μαθητής του ιερομόναχου και εκδότης ενός μέρους των βιβλίων του. “Ήταν πολύ ταπεινός. Δεν ήθελε να μπαίνει το όνομά του στα βιβλία και υπέγραφε με το ψευδώνυμο Κεχρί, δηλαδή κάτι ασήμαντο. Με πολλή προσπάθεια τον έπεισα να βάζουμε όνομα. Δεν δεχόταν επίσης να φωτογραφηθεί, ούτε μιλούσε για τον εαυτό του. Δεν ήθελε ούτε ποσοστό από τις πωλήσεις των βιβλίων. Δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα. Είχε χαρίσματα θεϊκά και επίκτητα”, λέει ο κ. Κεμετσετζίδης.

Η είδηση της κοίμησης του Ευσεβίου μεταδόθηκε στους μαθητές του και σε χώρες του εξωτερικού, όπου ο ιερομόναχος έδρασε φιλανθρωπικά. “Ήρθα από τη Ρουμανία. Ενδιαφερόμαστε να μεταφράσουμε τα βιβλία του”, αναφέρει ο κ. Οβίδιος Λαζαρέσκου.

Ο ιερομόναχος Ευσέβιος Βίττης καταγόταν από την Πτολεμαΐδα. Ξεκίνησε το ιερατικό του έργο ως κληρικός στη Σουηδία. Το ιερό ησυχαστήριο του Αγίου Νικολάου στο Rattvik της Σουηδίας είναι εξ ολοκλήρου έργο του. Είχε αποσυρθεί εκεί στις αρχές του 1973, με σκοπό να αφιερωθεί στην προσευχή, στην περισυλλογή και στη συγγραφή. Ο π. Ευσέβιος τηρούσε το τυπικό του Αγίου Όρους, και όπως καταγράφηκε σε δελτίο της μητροπόλεως Σουηδίας και Πάσης Σκανδιναβίας (1979),αποτελούσε αυτό επί σειρά ετών “την ακοίμητον λυχνίαν της Μητροπόλεως Σουηδίας και το ψυχικόν θεραπευτήριον των πιστών”. Οι επισκέπτες του ιερού ησυχαστηρίου εύρισκαν σ’ αυτό ανάπαυση ψυχής, παρηγορία και τον δρόμο της σωτηρίας. Το 1980 ο π. Ευσέβιος, κατόπιν προτροπής του πνευματικού του, επέστρέψε στην Ελλάδα.

Μεγάλος θεολόγος, ξεχωριστός, ταπεινός, με θεϊκή φώτιση, ακαταπόνητος συγγραφέας, γνώστης πολλών ξένων γλωσσών και μεταφραστής ξενόγλωσσων ασκητικών κειμένων, σεβαστός εξομολόγος, εραστής της πατερικής μελέτης, ησυχαστής, ο π. Ευσέβιος Βίττης έγινε στα χρόνια της ζωής του πόλος έλξης χιλιάδων πιστών, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και από την Κύπρο. “Κάτω από το πετραχήλι του ξεκουράστηκαν πολλοί άνθρωποι, αναζωογονήθηκαν και βρήκαν το νόημα της ζωής”, όπως λέει η μοναχή – ηγουμένη Επίχαρης, που διαμένει στο μοναστήρι που έκτισε ο π. Ευσέβιος στο Σιδηρόκαστρο, με τις προσφορές των πιστών, και τον έζησε σε όλα τα χρόνια της διακονίας του.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Γεροντικά

Η συγκλονιστική «θεραπεία» μιας δαιμονισμένης


«Ένα πρωινό του Δεκεμβρίου του έτους 1996 στην έκθεση της Μονής στην Σουρωτή βρίσκονταν εκεί η υπεύθυνη αδελφή, ένα ανδρόγυνο με το μικρό τους κοριτσάκι και τον πατέρα τους, δύο μεσόκοπες γυναίκες και ένας νεαρός άνδρας. Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή κραυγή. Μιά από τις μεσόκοπες γυναίκες, αρκετά εύσωμη, σωριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να χτυπιέται και να ωρύεται άγρια. Κουνούσε το κεφάλι γρήγορα πέρα-δώθε. Το θέαμα ήταν πολύ άσχημο. Η γυναίκα με το παιδάκι βγήκαν έξω, ενώ οι άλλοι πλησίασαν να την βοηθήσουν. Η γυναίκα μούγκριζε, αγκομαχούσε και έλεγε με μια άγρια, απειλητική, ανδρική φωνή: «Θα σάς κανονίσω ρε εγώ που δεν πιστεύετε, θα σάς δείξω εγώ. . . να, τώρα ακόμα λίγο και θα σάς βάλω όλους στο χέρι με το 666. . . θα με προσκυνάτε όλοι. . . χαμένοι, ηλίθιοι. . . » και άλλες βρισιές.
Έπειτα άρχισε να τσιρίζη και έδειχνε φοβισμένη. «Παίσιε, με καίς, με καίς, θέλεις να με στείλης πίσω στα τάρταρα. . . Και αυτή η χαμένη όλο σε…

μοναστήρια με φέρνει. . . τι την βοηθάς; Με καίς, με καίς», και στρίγγλιζε δυνατώτερα. Χτυπιόταν τόσο δυνατά, που υπήρχε φόβος να σπάση το κεφάλι της. Ήταν φανερό ότι την πείραζε ο δαίμονας.
«Α. . . αααά, φώναζε πάλι. . . Να, ήρθε και η Μαρία τώρα. . . με καίς Παίσιε», είπε με μια δυνατή φωνή και έμεινε ακίνητη σαν να λιποθύμησε.
Πλησίασαν διστακτικά οι παριστάμενοι για να την βοηθήσουν, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν να την σκεπάζουν με τα ρούχα της. Αφού την τακτοποίησαν, την σήκωσαν από το πάτωμα. Είχε ανοίξει τα μάτια της και έκλαιγε ήρεμα και βουβά. Μιά ευχαριστία ξεχύθηκε από τα βάθη της καρδιάς της.
«Σ ευχαριστώ, Γέροντα. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου», έλεγε και ξανάλεγε με πολλή ευγνωμοσύνη. Σηκώθηκε, πήγε μπροστά σε μια εικόνα του Χριστού και της Παναγίας και αναλύθηκε σε δυνατούς λυγμούς: «Θεέ μου. . . Θεέ μου. Πως με καταδέχθηκες την ανάξια. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, σε ευχαριστώ, Γέροντα. . . Δεν άξιζα, Θεέ μου, τέτοια βοήθεια».
Η όλη σκηνή ήταν πολύ συγκινητική. Ύστερα χαιρέτησαν με ευγνωμοσύνη την αδελφή και έφυγαν.
Η γυναίκα αυτή είχε δαιμόνιο. Φεύγοντας ανέφερε ότι το προηγούμενο βράδυ είδε στον ύπνο της τον γέροντα Παίσιο που της είπε: «Έλα στον τάφο μου και θα σε κάνω καλά». Ήρθε στο Μοναστήρι, ρώτησε που είναι ο τάφος του Γέροντα, προσκύνησε τον τάφο και ύστερα ήρθαν στην έκθεση, όπου συνέβησαν τα παραπάνω».

 

Σχολιάστε

Filed under Γεροντικά

Όταν η αγία Ευφημία πήγε στον πατέρα Παϊσιο

Ηταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια».

-Ποιός, Γέροντα;

-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.

-Τί συμβαίνει, Γέροντα;

-Θα σου πω, αλλά μην το πής σε κανέναν.

Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγή για ένα εκκλησιαστικό θέμα. Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελλί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέη: «Δι΄ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:

«Πως βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:

-Ποιος είναι;

-Η Ευφημία, απαντά.

»Σκεφτόμουν, «ποιά Ευφημία; Μήπως καμμιά γυναίκα έκανε καμμιά τρέλλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τί να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά πού χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, πού είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελλί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνώδευε κάποιος, πού έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποιά είναι·

-Η μάρτυς Ευφημία, άπαντα.

-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, ελα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και σύ.

Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υϊού». «Και του Υϊού», είπε με ψιλή φωνή.

-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατώτερα.

»Ένώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελλί μου. Στην άρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελλιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά -«Και του Αγίου Πνεύματος»- μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.

»Ύστερα κάθησε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία πού είχα (στό εκκλησιαστικό θέμα).

»Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πά, πά, πά!

-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.

-Αν ήξερα τί δόξα έχουν οί Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

»Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».

Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».

Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ενα θέμα πού είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».

Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πής ήταν καμμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».

Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ήνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χρίστου η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».

Και ενα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», πού άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθεια του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθεια του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.

Ό Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά είκονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».

Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 224-228 Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος Άγιον Όρος, 2004

Σχολιάστε

Filed under Γεροντικά

Από αγάπη έφερε ο Θεός τον κόσμο στο Είναι,

από αγάπη τον καθοδηγεί κατά την έγχρονη τούτη ύπαρξη του, με αγάπη θα τον φέρει στην θαυμαστή μελλοντική κατάσταση της μεταμόρφωσης, με αγάπη θα καταποθεί τότε ο κόσμος από το μεγάλο μυστήριο του Ποιητή των όλων. Στο τέλος απο αγάπη θα ανακεφαλαιώσει ο Θεός την όλη πορεία της οικονομίας της κτίσης. Στον νέο κόσμο, η αγάπη του Κτίστη θα κυβερνά κάθε λογικό κτίσμα, διότι ο νούς όλων των λογικών όντων θα αιχμαλωτισθεί απο την έκπληξη εμπρός στα μυστήρια Του, που τότε θα αποκαλυφθούν. Γιατί ο Θεός δημιούργησε τα λογικά όντα για να αγάλλονται όλα εντός Του, τόσο τα δίκαια όσο και τα πονηρά. Με αυτόν τον σκοπό τα έφερε στο Είναι. Όμως αυτά μετά την γένεση τους διαχωρίστηκαν αυτοβούλως σε δίκαια και κακά. Εντούτοις, κανένα κτίσμα που δεν έχει παραχθεί στο Είναι, καμιά λογική φύση, δεν είναι ανώτερη η κατώτερη απο κάποια άλλη στο σχέδιο και στην αγάπη του Δημιουργού. Η αγάπη του Θεού είναι μία και μοναδική, ισότιμη για όλα τα λογικά όντα, ορατά και αόρατα. Στην αγάπη Του γι αυτά δεν υπάρχει πρώτη η τελευταία θέση.

ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ (Ασκητικά), ΛΗ΄ (Μυστικές θεωρίες Σελ. 137 παρ. 2)

Σχολιάστε

Filed under Γεροντικά

ΠΕΡΙ ΗΣΥΧΙΑΣ


Γνωρίζετε βέβαια αγαπητοί μου αδελφοί, ότι από τότε πού έγινε η παράβασις των πρωτοπλάστων, δεν μπορεί η ψυχή να γνωρίση, όπως πρέπει, τον Θεό, εάν δεν περιοριστή μακριά από τους ανθρώπους και από κάθε περισπασμό. Διότι τότε θα δοκιμάση τον πόλεμο των εχθρών της. Και αφού νικήση σε κάθε προσβολή των αντιπάλων, τότε το πνεύμα του Θεού θα κατοικήση μέσα της και όλος ο κόπος της θα μεταβληθή σε χαρά και αγαλλίασι. Βέβαια στον καιρό του πολέμου θα υπομείνη θλίψεις, στενοχώριες και άλλα πολυποίκιλα βάσανα. Αλλά ας μη φοβηθή. Δεν θά νικηθή, εφ’ όσον αγωνίζεται στην ησυχία.

Αυτός ήταν ο λόγος πού οι άγιοι πατέρες ζούσαν απομονωμένοι στην έρημο, όπως ο Ηλίας ο θεσβίτης, ο Ιωάννης ο βαπτιστής και όλοι οι υπόλοιποι πατέρες.

Μη νομίσετε ότι οι άγιοι κατόρθωσαν να εξαγιασθούν ζώντας μεταξύ των ανθρώπων. Επέτυχαν να κατοικήση μέσα τους η θεϊκή δύναμις, αφού προηγουμένως ασκήθηκαν πολύ στην ησυχία. Και τότε, στολισμένους με τις αρετές, τους έστελνε ο Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους οικοδομήσουν και να τους θεραπεύσουν.

Σαν ιατροί πού ήσαν, μπορούσαν να θεραπεύσουν τις ασθένειες των ανθρώπων. Για την ανάγκη αυτή ο Θεός τους αποσπούσε από την ησυχία και τους έστελνε στον κόσμο. Τότε όμως τους έστελνε, αφού θεράπευαν όλα τα δικά τους πάθη. Είναι αδύνατο να στείλη ο Θεός για την πνευματική ωφέλεια των ανθρώπων μια ψυχή πού είναι ακόμη ασθενής.

Όσοι λοιπόν πηγαίνουν στον κόσμο πριν ολοκληρωθούν, πηγαίνουν με το θέλημα το δικό τους και όχι με το θέλημα του Θεού. Ο Θεός μάλιστα λέει γι’ αυτούς: «Εγώ μεν ουκ απέστελον αυτούς, αυτοί δέ αφ’ εαυτών έτρεχον» (πρβλ. Ιερεμ. κα’ 23).

Γι’ αυτό δεν μπορούν ούτε τον εαυτό τους να προφυλάξουν ούτε άλλη ψυχή να οικοδομήσουν.

Όσοι όμως στέλνονται από τον Θεό, δεν θέλουν βέβαια να χωρισθούν από την ησυχία, αφού γνωρίζουν ότι μ’ αυτήν απέκτησαν τις θεϊκές δυνάμεις. Αναλαμβάνουν όμως την οικοδομή των ανθρώπων, για να μη παρακούσουν στον Δημιουργό.

Σας φανέρωσα τους καρπούς της ησυχίας, τους οποίους αποδέχεται ο Θεός. Τώρα λοιπόν πού μάθατε την βοήθεια και την άξια της, προσπαθήστε να την οικειοποιηθήτε.

Οι περισσότεροι μοναχοί δεν την απέκτησαν.

Έζησαν μέσα στον κόσμο και γι’ αυτό δεν μπόρεσαν να νικήσουν τις τις επιθυμίες τους. Δεν θέλησαν να κοπιάσουν και ν’ αποφύγουν την κοσμική σύγχυσι, αλλά παρέμειναν μεταξύ των ανθρώπων δημιουργώντας περισπασμούς. Για τον λόγο αυτό δεν δοκίμασαν την γλυκύτητα του Θεού ούτε αξιώθηκαν να κατοικήση μέσα τους η θεϊκή δύναμις και να τους χαρίση την μακαριά απόλαυσι. Δεν κατοικεί μέσα τους η θεϊκή δύναμις, γιατί καταγίνονται με κοσμικές υποθέσεις και απασχολούνται με τα πάθη της ψυχής, με τους κοσμικούς επαίνους και τις επιθυμίες του παλαιού ανθρώπου.

Ο Θεός μας γνώρισε τα μέλλοντα από τώρα.

Παίρνετε δύναμι λοιπόν στους αγώνες σας. Διότι όσοι αποφεύγουν την ησυχία, δεν μπορούν να κυριαρχήσουν στις επιθυμίες τους ούτε να νικήσουν σε πνευματικές μάχες. Δεν έχουν μέσα τους την θεϊκή δύναμι, διότι αυτή δεν κατοικεί σε ψυχές υποδουλωμένες στα πάθη. Εσείς όμως αγωνισθήτε να νικήσετε τα πάθη και η χάρις του Θεού θα έλθη μόνη της μέσα σας.

Υγιαίνετε εν Αγίω Πνεύματι Αμήν

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΒΒΑ ΑΜΜΩΝΑ

Σχολιάστε

Filed under Γεροντικά

η αγάπη


Τρεις αδελφοί συμφώνησαν να θερίσουν εξήντα στρέμματα χωράφι. Την πρώτη μέρα όμως που έπιασαν δουλειά έτυχε ν’ αρρωστήσει ο ένας από τους τρεις και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στη σκήτη.

Οι άλλοι δύο που έμειναν είπαν μεταξύ τους: «Δεν κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να θερίσουμε κι εκείνο που αναλογεί στον Αδελφό; Με την ευχή του θα το κατορθώσουμε.» Το είπαν και το έκαναν.
Όταν τέλειωσε το θέρισμα, κάλεσαν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του. «Ποιο μισθό; έλεγε εκείνος. Αφού δεν πρόλαβα να θερίσω.» «Με την ευχή σου έγινε όπως πρέπει η δουλειά, του απαντούσαν οι δύο άλλοι.
Έλα τώρα να πληρωθείς.» Επειδή εκείνος δεν δεχόταν να πάρει μισθό και οι άλλοι επέμεναν να του δώσουν, για να μη φιλονικούν πήγαν σ’ ένα γείτονά τους Γέροντα να τους λύσει τη διαφορά. «Αββά, άρχισε πρώτος ο Αδελφός που είχε αρρωστήσει, πήγαμε οι τρεις μας να θερίσουμε.
Εγώ όμως, προτού πιάσω δρεπάνι στο χέρι, αρρώστησα και έφυγα.
Οι Αδελφοί εδώ με αναγκάζουν τώρα να πάρω μισθό, που δεν εργάστηκα. Το βρίσκεις δίκαιο αυτό;
» «Αββά, επενέβησαν οι άλλοι, οι τρεις μαζί αναλάβαμε εξήντα στρέμματα χωράφι.
Αν θερίζαμε όλοι, είναι απίθανο να τελειώναμε στην ορισμένη προθεσμία.

Όμως με την ευχή του Αδελφού οι δύο μας το βγάλαμε εις πέρας πολύ πιο γρήγορα. Δεν είναι λοιπόν δίκαιο να πάρει το μισθό του;

» Ο Γέροντας θαύμασε την αγάπη των Αδελφών εκείνων.
Πήρε ευθύς το ξύλο κι έκρουσε για να μαζευτούν όλοι οι Μοναχοί της σκήτης σε σύναξη. «Ελάτε, Πατέρες και Αδελφοί, να κάνουμε σήμερα μια δίκη, τους είπε, όταν συγκεντρώθηκαν, και διηγήθηκε την υπόθεση.

» Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκάσουν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του. Εκείνος τον πήρε κλαίγοντας κι έλεγε διαρκώς, πως την ημέρα εκείνη οι Αδελφοί τον είχαν αδικήσει.

Ένας Μοναχός πολύ απλός και άπλαστος πήγαινε συχνά στον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό για να ωφελείται από τις σοφές συμβουλές του. Εκείνος τον δεχόταν με αγάπη και δεν έπαυε να τον διδάσκει. Κάθε φορά που πήγαινε και κάτι καινούριο είχε να του πει γύρω από την πνευματική ζωή. Ο Μοναχός όμως πολύ λίγα καταλάβαινε από όσα του έλεγε ο Γέροντας και απ’ αυτά τα περισσότερα τα λησμονούσε.
Έτσι ρωτούσε και ξαναρωτούσε όλο για τα ίδια πράγματα. Κάποτε σταμάτησε τις επισκέψεις του. Ο γέροντας απόρησε γι’ αυτό. Μια Κυριακή λοιπόν που συναντήθηκαν στην Εκκλησία τον ρώτησε: «Έχω πολύ καιρό να σε δω, Αδελφέ. Τι σου συμβαίνει; Μήπως αρρώστησες;» «Όχι, Αββά, αποκρίθηκε με συστολή ο Μοναχός, αλλ’ όπως βλέπεις, ο νους μου είναι παχύς και δεν παίρνει εύκολα τις συμβουλές σου και ντρέπομαι να σ’ ενοχλώ διαρκώς για τα ίδια πράγματα.» «Πάρε αυτό, του είπε τότε ο Αββάς Ιωάννης, και του έδειξε ένα λυχνάρι, που βρισκόταν στη γωνιά της Εκκλησίας και άναψέ το.» Ο αδελφός το άναψε. «Πήγαινε τώρα και φέρε τα λυχνάρια των αδελφών και άναψέ τα όλα παίρνοντας φως από τούτο εδώ. Ο άπλαστος μοναχός έκανε παρευθύς την προσταγή του Γέροντος.» «Μήπως λιγόστεψε το φως του λυχναριού, ρώτησε ο Γέροντας, επειδή άναψες μ’ αυτό τόσα άλλα λυχνάρια;» «Όχι, βέβαια, είπε χαμογελώντας ο αδελφός.» «Ούτε κι ο Ιωάννης χάνει τίποτα, έστω και αν συμβουλεύει ολόκληρη τη σκήτη.» Να έρχεσαι λοιπόν κι εσύ χωρίς δισταγμό. Από τότε ο αδελφός πήγαινε τακτικά στο Γέροντα και με τη βοήθεια του έγινε άριστος Μοναχός.

Σχολιάστε

Filed under Γεροντικά

Μόνο η καλοσύνη μπορεί να νικήσει την κακία.


Ο Αββάς Ζωσιμάς έδωσε κάποτε μερικά βιβλία σένα καλλιγράφο να του αντιγράψει. Όταν εκείνος τα ετοίμασε, ειδοποίησε τον Όσιο να στείλει να τα πάρει.

Κάποιος άλλος όμως, που ήξερε την παραγγελία, πήγε δήθεν εκ μέρους του Αββά Ζωσιμά και παρέλαβε τα βιβλία.

Ύστερα από λίγο έστειλε κι ο Γέροντας το μαθητή του να τα πάρει. Κατάλαβε τότε ο καλλιγράφος πως εξαπατήθηκε από τον άλλο και ταραγμένος απειλούσε: -Δεν θα πέσει στα χέρια μου; Θα τον κανονίσω, όπως του αξίζει, τον αυθάδη.

Όταν το άκουσε ο Αββάς Ζωσιμάς παρήγγειλε στον καλλιγράφο: -Αποκτούμε βιβλία, αδελφέ, για να μάς διδάξουν αγάπη κι ανεξικακία. Αν πρόκειται για χάρι τους να μαλώνουμε, χίλιες φορές καλύτερα να μάς λείπουν. «Δούλον Κυρίου ου δει μάχεσθαι»(Β Τιμ.2. 24).

Ο Αββάς Γελάσιος είχε ένα πολύ ωραίο βιβλίο, που περιείχε καλλιγραφημένη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Αξιζε του είχαν πει πάνω από δεκαπέντε νομίσματα. Το άφηνε όμως στην Εκκλησία να το χρησιμοποιούν όλοι οι αδελφοί στη σκήτη. Κάποτε ένας περαστικός καλόγερος έκλεψε το βιβλίο. Ο Αββάς Γελάσιος, αν και το κατάλαβε αμέσως, δε θέλησε να κυνηγήσει τον κλέπτη. Εκείνος μόλις κατέβηκε στην πόλη βρήκε αγοραστή κι άρχισε να διαπραγματεύεται την πώληση του βιβλίου. Γύρευε δεκαέξι νομίσματα. Ο αγοραστής έλεγε πως δεν άξιζε τόσο. Τέλος, συμφώνησαν να του αφήσει ο καλόγερος το βιβλίο, να το δείξει σε κάποιο γνωστό του, ειδικό σ αυτά. Έτσι, το πήρε ο άνθρωπος και το πήγε στον Αββά Γελάσιο, που ήταν φίλος του. -Ν αγοράσω αυτό το βιβλίο για δεκαέξι νομίσματα, Αββά; Αξίζει τόσο; τον ρώτησε. Ο Όσιος το γνώρισε αμέσως, αλλά δεν το φανέρωσε. Το πήρε στα χέρια του, το ψηλάφησε, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά. –

Αξίζει, αγόρασέ το, είπε στο φίλο του. Γυρίζοντας όμως εκείνος δεν είπε την αλήθεια. -Έδειξα το βιβλίο σου στον Αββά Γελάσιο και μου είπε πως γυρεύεις πολλά. Δεν αξίζει τόσο. -Δε σου είπε άλλο τίποτε; ρώτησε εκείνος ταραγμένος, μόλις άκουσε για τον Αββά Γελάσιο. -Όχι. -Μετανόησα. Δεν θα το πουλήσω, είπε ύστερα από λίγο ο καλόγερος. Μέσα του γινόταν μια πάλη. Από την μια μεριά εθαύμαζε την ανεξικακία του Οσίου κι από την άλλη ελεγχόταν για την κακή πράξη του. πήρε λοιπόν το βιβλίο κι ανέβηκε στη σκήτη. Όταν βρήκε τον Αββά Γελάσιο, έπεσε στα πόδια του και ζήτησε συγχώρηση, δίνοντας πίσω στο κλοπιμαίο. Εκείνος πάλι, όχι μόνο τον συγχώρεσε μ όλη του την ψυχή, αλλ επέμενε να του χαρίσει το βιβλίο.

Που να το δεχθεί τώρα ο καλόγερος! -Αν δεν το πάρεις πίσω Αββά, δεν θα βρει ανάπαυση η ψυχή μου. -Αν είναι έτσι, πήγαινε στην Εκκλησία και άφησέ το εκεί απʼ όπου το πήρες, του είπε με καλωσύνη ο Όσιος. Από τότε διορθώθηκε ο κακοσυνηθισμένος καλόγερος και ποτέ πια δεν έπεσε σε τόσο βαρύ σφάλμα.

Σχολιάστε

Filed under Γεροντικά