Καταδικάστηκε ποτέ η αίρεση του Παπισμού από Σύνοδο;

Μέσα στο πλήθος των άστατων κραυγών που προσπαθούν απεγνωσμένα με πομπώδη φληναφήματα να υποστηρίξουν τον Οικουμενισμό ακούγεται το ανεδαφικό επιχείρημα ότι ο Παπισμός δεν έχει καταδικασθεί από Σύνοδο (!;).

Όσοι το υποστηρίζουν αυτό εννοείται πως δεν κατέχουν τίποτε από θεολογία αλλά συνάμα αγνοούν και πλήρως την ιστορική πραγματικότητα. Ως απάντηση δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από την καταπληκτική μελέτη του Μακαριστού Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου που είχε εκπονήσει κατά την περίοδο των αδίστακτων ανοιγμάτων προς τον Παπισμό του Πατριάρχου Αθηναγόρα.

Ο Μητροπολίτης αναφέρει μια λίστα Ιερών Συνόδων που κατεδίκασαν των Παπισμό και τις πλάνες του. Επίσης και ονόματα Αγίων που θεωρούσαν ξεκάθαρα τον Παπισμό ως Αίρεση (φυσικά δεν υπήρξε ποτέ κάποιος Άγιος που να μην ήταν σύμφωνος ως προς αυτό). …

Είναι λοιπόν «κατεγνωσμέναι» παρά Συνόδων ή Πατέρων αι αιρετικαί διδασκαλίαι της Δύσεως; Άς ίδωμεν: * Η μεγάλη Σύνοδος του 879 εν Κωνσταντινουπόλει, η υπό πολλών θεωρουμένη ως Ογδόη Οικουμενική, δεχθείσα το Σύμβολον άνευ της προσθήκης του Φιλιόκβε, εδογμάτισε: «Πάντες ούτω φρονούμεν, ούτω πιστεύομεν. Τους ετέρως παρά ταύτα φρονούντας ή έτερον όρον αντί τούτου προβαλέσθαι τολμώντας, τω αναθέματι καθυποβάλλομεν. Ει τις παρά τούτο το ιερον Σύμβολον τολμήσειεν έτερον αναγράψασθαι ή προσθείναι ή αφελείν και όρον ονομάσαι αποθρασυνθείη, κατάκριτος και πάσης χριστιανικής ομολογίας απόβλητος. Εί τις τοίνυν, εις τούτο απονοίας ελάσας, τολμήσειεν έτερον εκθέσθαι Σύμβολον και όρον ονομάσαι ή προσθήκην ή αφαίρεσιν εν τω παραδεδομένω ημίν παρά της αγίας και οικουμενικής εν Νικαία το πρώτον μεγάλης Συνόδου ποιήσαι, ανάθεμα έστω! » (αυτόθι, σελ. 263-264). Ιδού, λοιπόν, βαρυτάτη, επισημοτάτη, πανηγυρικωτάτη και σχεδόν Οικουμενικού χαρακτήρος καταδίκη του αιρετικού και βλασφήμου Φιλιόκβε! *

Ότε ο Πάπας Ρώμης Σέργιος ο Δ΄εχρησιμοποίησε το Σύμβολον μετά της προσθήκης του Φιλιόκβε (1009), ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος.., μετ’ άπόφασιν Συνόδου, διέγραψε το όνομα του μνημονευθέντος Ρώμης Σεργίου εκ των διπτύχων της Ανατολικής Εκκλησίας, έκτοτε δε μέχρι σήμερον ουδέν παπικόν όνομα ετέθη εν αυτοίς» (Βασ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. α΄, σελ. 344). Τα ονόματα των Προκαθημένων Εκκλησιών δεν διαγράφονται βεβαίως δια «τοπικά έθιμα», αλλα δι αιρέσεις!

* Τας Λατινικάς κακοδοξίας κατεδίκασε και η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 1054, οπότε εγένετο και το οριστικόν Σχίσμα, αποκαλέσασα ειδικώς το «Φιλιόκβε», όχι «τοπικόν έθιμον», αλλά «βλάσφημον δόγμα» (αυτόθι,σελ.344). * Τας Λατινικάς κακοδοξίας κατεδίκασαν και αι με τον Ησυχασμόν ασχοληθείσαι Σύνοδοι του 1341, του 1347 και του 1351. * Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1440, Σύνοδος εν Ρωσία κατά το 1441, Σύνοδος εν Ιεροσολύμοις κατά το 1443, Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1450, Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1484, κατεδίκασαν και απεκήρυξαν την ψευδοσύνοδον της Φλωρεντίας, η οποία είχε δεχθή την «ένωσιν»επί ψευδούς και ασυστάτου βάσεως, ήτοι μη θεωρήσασα ως αιρέσεις τας καινοτομίας της Δύσεως. * Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1722 καταδικάζει «της Λατινικής κακοδοξίας και κακοφροσύνης τα δόγματα» και αποφαίνεται ότι οι Λατίνοι δι αύτών «εξαπατώσι τους απλουστέρους, ευγάνοντές τους από τα ευσεβή Δόγματα της του Χριστού Εκκλησίας και σύροντές τους αθλίως εις τον βυθόν της απωλείας».(αυτόθι,το. Β΄,σελ. 823-824).

* Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1727 αποκηρύσει τας ετεροδιδασκαλίας των Λατίνων, παλαιάς τε και νέας και χαρακτηρίζει ταύτας» λήρον μακρόν και Κολακείας ψυχοβλαβούς εφευρέματα και ηπατημένης διανοίας γεννήματα» (αυτόθι, σελ.867). * Σύνοδος εν Κωσταντινουπόλει κατά το 1838 καταδικάζει δριμύτατα τας ετεροδιδασκαλίας του Παπισμού, ως «βλασφημίας κατά της Ευαγγελικής αληθείας», ως «εωσφορικήν πλάνην», ως «απομάκρυνσιν από του Θεού και της αμώμου και αδόλου Πίστεως του Ιησού Χριστού» κ.λ.π.(αυτόθι,σελ.896,902).

* Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1848 καταδικάζει τον Παπισμόν ως αίρεσιν! «Τούτων των πλατυνθεισών, κρίμασιν οίς οίδε Κύριος, επί μέγα μέρος της Οικουμένης αιρέσεων, ήν ποτε ο Αρειανισμός, έστι δε την σήμερον και ο Παπισμός», όν χαρακτηρίζει ως ανατρέποντα πάσας τας Οικουμενικάς Συνόδους δια των πλανών του!(Αυτόθι, σελ.906). * Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 1895 καταδικάζει τας ετεροδιδασκαλίας του Παπισμού, ως «φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας», ως «καινοτομίας αθέσμους και αντιευαγγελικάς»,ως «ουσιώδεις περί την Πίστιν διαφοράς αναγομένας εις τα θεοπαράδοτα της Πίστεως Δόγματα, ως «αντιευαγγελικάς και παναθέσμους», ως «σπουδαίας και ουσιώδεις περί την Πίστιν διαφοράς», της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των Εκκλησιαστικών Πατέρων και της παρερμηνείας της τε Αγίας Γραφής και των Ορων των Αγίων Συνόδων», και επάγεται: «Διό και δικαίως απεκηρύχθη και αποκηρύσσεται, εφ όσον αν εμμένη εν τη πλάνη αυτού»(αυτόθι, σελ.933,935,936,938,942).

Ερωτώμαι: ΄Επρεπε ο Πατριάρχης να ηρώτα προηγουμένως εμέ αν ενέκρινον τα διάφορα διαβήματά του; Βεβαίως όχι! Ποίος ειμαι εγώ ώστε να με ερωτήση ο Πατριάρχης; Θα ήτο τραγική δι έμέ τοιαύτη αξίωσις!

Είχον όμως μίαν αξίωσιν. Να ερωτήση τας Συνόδους του 867, του 879, του 1009, του 1054, του 1341, του 1347, του 1351, του 1440, του 1441, του 1443, του 1450, του 1484, του 1722, του 1727, του 1838, του 1848, του 1895, να ερωτήση τους αγίους Πατέρας και τους σοφούς Διδασκάλους της Εκκλησίας, να ερωτήση τον άγιον Φώτιον, τον ιερόν Θεοφύλακτον, τον άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, Συμεών τον Θεσσαλονίκης, τον άγιον Μάρκον Ευγενικόν, τον Ευγένιον Βούλγαρην, τον Νικηφόρον Θεοτόκην, τον άγιον Νικόδημον, τον άγιον Νεκτάριον και λοιπούς και λοιπούς και λοιπούς, να ερωτήση, πολλώ μάλλον, τας σεπτάς και θεοκινήτους Οικουμενικάς Συνόδους, αι οποίαι δια των αγίων και ιερών Κανόνων των απαγορεύουν, επί ποινή καθαιρέσεως, πάσαν συμπροσευχήν μετά αιρετικών, σχισματικών ή και ακοινωνήτων και αν όλοι αυτοί ενέκρινον τα διαβήματά του, τας δηλώσεις του, τας συμπροσευχάς του, τους εν γένει τρόπους του, τότε μάλιστα!

Ουδείς θα είχε δικαίωμα να διαφωνήση, ουδείς να διαμαρτυρηθή, ουδείς να εμποδίση. Όταν όμως ο Παναγιώτατος ενεργή αντιθέτως προς Συνόδους, προς Πατέρας, προς Κανόνας, ως εάν πάντες αυτοί να μη είχον αληθινήν αγάπην και να μη ενδιεφέροντο διακαώς δια την πλήρωσιν του αιτήματος του Κυρίου «ινα πάντες έν ώσιν», αλλά να ήσαν πλήρεις μίσους και αδιαφορίας, τότε και ημείς δικαιούμεθα (δικαιούμεθα ή υποχρεούμεθα, εκόντες άκοντες;) να ενεργήσωμεν αντιθέτως προς τον Παναγιώτατον!

Δι ημάς υπέρ πάντα Πατριάρχην κείνται οι άγιοι Πατέρες, αι σεπταί Σύνοδοι, οι ιεροί Κανόνες. Και, ευρισκόμενοι τυχόν προ θλιβερών διλημμάτων υπακοής…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under H πλάνη του παπισμού

Μητροπολίτης Κυρυνείας Παύλος: Ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας και όχι ο Πάπας

Στις 8-14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2007 συνήλθε στη Ραβέννα της Ιταλίας η δεκάτη συνεδρίαση της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών. Στο τέλος των εργασιών εξεδόθη κείμενο, το οποίο περιλαμβάνει τα συμφωνηθέντα και είναι γνωστό ως το Κείμενο της Ραβέννας.

Το Κείμενο της Ραβέννας είχε ως θέμα: «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της Ευχαριστιακής φύσεως της Εκκλησίας. Εκκλησιαστική κοινωνία και αυθεντία».

Το βασικό λάθος του κειμένου της Ραβέννας είναι ότι τα Ορθόδοξα μέλη της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών θεωρούν τους ετεροδόξους συνομιλητές τους ως ανήκοντες στην ίδια Εκκλησία, δίνοντες την εντύπωση ότι μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Ρωμαιοκαθολικισμού υπάρχει εκκλησιολογική ενότητα, χωρίς όμως να υφίστανται οι προς τούτο θεολογικές προϋποθέσεις.

Η προσπάθεια των μελών της Ορθοδόξου Αντιπροσωπείας να παρασιωπήσουν η να προσπεράσουν ως δευτερεύον ζήτημα τη δογματική διαφοροποίηση μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας, υπονομεύουν την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μόνης αληθινής Εκκλησίας, η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και δίνουν την εντύπωση ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί συνιστούν επί μέρους τοπική Ορθόδοξο Εκκλησία. Ενώ η διακοπή της διαμυστηριακής κοινωνίας οφείλεται στις διαφοροποιήσεις των Ρωμαιοκαθολικών από την κοινή πίστη των πρώτων αιώνων, εντούτοις στο κείμενο της Ραβέννας ομολογείται από τα Ορθόδοξα και Ρωμαιοκαθολικά μέλη της Μικτής Επιτροπής ως κοινή η πίστη τους. Έτσι προβάλλονται προς συζήτηση και διευθέτηση οργανωτικών και διοικητικών ζητημάτων, όπως π.χ. το περί του πρωτείου του Πάπα θέμα, ενώ τα θεολογικά τοιαύτα παρακάμπτονται και παραμένουν σε εκκρεμότητα.

Συνεπεία τούτου, το κείμενο της Ραβέννας κατέληγε με την αναφορά ότι ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης «εναπομένει να μελετηθή εις μεγαλύτερον βάθος» (Ραβέννα § 45).

Είναι λοιπόν ανάγκη να συζητηθούν πρώτα τα σοβαρά δογματικά θέματα και επί πλέον να καθορισθεί πλαίσιο με τις προϋποθέσεις, οι οποίες θα βασίζονται σε πατερικά κριτήρια, ώστε να διασφαλισθεί ότι ο Διάλογος θα διεξάγεται σε γερά και ασάλευτα δογματικά θεμέλια και όχι σε σαθρά κοσμικά πλαίσια. Μόνο με την εμμονή στην ακρίβεια του Ορθοδόξου δόγματος και στη δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι εργαζόμαστε για την επισυναγωγή των πεπλανημένων στην Ποίμνη του Χριστού.

Από την εξέταση του κειμένου της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής για τον θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών, που έγινε στην Κρήτη τον Οκτώβριο 2008, που είχε ωςτίτλο «Ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης στην κοινωνία της Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία» και που μόλις πρόσφατα ελάβομε, είναι εμφανής η προβολή των Ρωμαιοκαθολικών θέσεων. Η προβολή της θέσεως ότι «η αρχή της ποικιλίας εν τη ενότητι έγινε κατηγορηματικά δεκτή στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, που έγινε το 879-80» (Κρήτη, § 32), αποκαλύπτει τους απώτερους σκοπούς των Ρωμαιοκαθολικών. Προετοιμάζουν το έδαφος για μια ουνιτικού τύπου ένωση.

Ο Πάπας, του οποίου η Έδρα θεωρείται στο κείμενο της Κρήτης ως η «πηγή της επισκοπικής ενότητος» (Κρήτη §10), εμφανίζεται ως ο αντικαταστάτης του Χριστού, εκ του οποίου απορρέουν τα πάντα, αφού κατά τη ρήση του Πάπα Γελάσιου: «Η πρώτη έδρα κρίνεται από ουδένα» (Ep. 4, PL 58, 28B, Ep. 13, PL 59, 64A), (Βλ. Κρήτη, § 11). Παρά την προσπάθεια που καταβάλλεται για να παρουσιαθεί η απόλυτη κυριαρχία του Πάπα ως πρωτείο διακονίας, προβάλλοντας αυτόν «ως υπηρέτην των υπηρετών» (Κρήτη, §14), εν τούτοις δεν μπορούν να αποκρυβούν οι σοβαρές δογματικές διολισθήσεις και η λανθασμένη προσέγγιση των Ορθοδόξων Αντιπροσώπων στο θέμα του πρωτείου του Πάπα. «Ώντας Διάδοχος ο Πάπας γίνεται αποστολικός και κληρονομεί επίσης το κοινό της αδιαιρέτου ενότητος μεταξύ Χριστού και Πέτρου» (Κρήτη, § 17). Πως είναι δυνατόν να γίνεται δεκτό ότι ο Πάπας εκφράζει την ενότητα μεταξύ Χριστού και Αποστόλου Πέτρου;

Οι Ρωμαιοκαθολικοί εμμένοντες στο πρωτείο του Πέτρου στηριζόμενοι στους λόγους του Κυρίου «συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν» (Ματθ. 16, 18), παρερμηνεύουν τους λόγους του Χριστού, ο οποίος αναφέρεται «τη πίστει της ομολογίας» (Ι. Χρυσοστόμου, Εις Ματθαίον, 54, 2, P.G. 58, 534), και όχι στον ίδιο τον Απόστολο. Εξάλλου, πέτρα και ακρογωνιαίος λίθος είναι ο ίδιος ο Κύριος κατά τους λόγους Του. (Ματθ. 21, 42).

Ενώ ο παπικός θεσμός περιφρονεί την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση και εγκαθιδρύει την απολυταρχία, αφού ο Πάπας και όχι ο Χριστός εμφανίζεται ως η «πηγή της επισκοπικής ενότητος», (Κρήτη, § 10), είναι εμφανής η προσπάθεια που καταβάλλεται από τους συντάκτες του κειμένου να παρουσιασθεί ο Πάπας ως υπέρμαχος της συνοδικότητος, με προφανή σκοπό να διασκεδασθούν οι φόβοι των Ορθοδόξων και να προληφθούν αντιρρήσεις και αντιδράσεις.

Περαιτέρω αναφέρεται στο κείμενο της Κρήτης ότι «η ενότητα της Επισκοπής και της Εκκλησίας συμβολίζονται στο πρόσωπο του Πέτρου» (Κρήτη, § 10) και ότι «ο Πέτρος μιλά μέσω του Επισκόπου Ρώμης» (Κρήτη, § 19). Γιατί η κανονικότητα της Εκκλησίας να εξαρτάται από τη σχέση που έχει προς τον Πάπα; Γιατί είναι αναγκαίο να συμφωνεί κάθε τοπική Εκκλησία με την Εκκλησία της Ρώμης και όχι να συμφωνούν όλες ως ένα Σώμα; Η τριπλή του Κυρίου ερώτηση προς τον Απόστολο Πέτρο δεν έγινε για την απονομή του ανύπαρκτου πρωτείου, για το οποίο θα έπρεπε να χαιρόταν, αλλά για τη θεραπεία της τριπλής αρνήσεώς του, για την οποία ας σημειωθεί «ελυπήθη» (Ιωάν. 21, 17). «Το τριπλούν της αρνήσεως τω τριπλώ της συγκαταθέσεως ο αγαθός ιατήρ εξωστράκισε», σημειώνει ο Άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης (+435). (Επιστολή 1, 103, P.G. 48, 632).

Το αντισυνοδικό πνεύμα των Ρωμαιοκαθολικών δεν έχει ιστορικά ερείσματα. Η αρχαία Εκκλησία έχει ως ανωτάτη αρχή την Οικουμενική Σύνοδο και όχι τον Πάπα. Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι δεν συνεκαλούντο από τους Πάπες, οι οποίοι ας σημειωθεί ούτε προήδρευαν όλων των Οικουμενικών Συνόδων, ούτε εξέδιδαν δογματικές αποφάσεις για όλη την Εκκλησία, αλλά επικυρώνονταν από όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Εν τούτοις, όταν για πρώτη φορά τέθηκε το παπικό σύστημα θεωρητικά, ο Πάπας Γρηγόριος ο Μεγάλος (590 – 604) το απέκρουσε. (Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Παλαιοκαθολικισμός, Β΄, Αθήναι 1967, σ. 69). Και όμως, στο κείμενο της Κρήτης αναφέρεται ότι «καμμία Σύνοδος δεν αναγνωριζόταν ως Οικουμενική χωρίς αυτή να έχει τη συγκατάθεση του Πάπα» (Κρήτη § 12).

Η κατάληξη του κειμένου της Κρήτης ότι «Η πρώτη χιλιετία, η οποία έχει εξετασθεί σʼαυτό το στάδιο του διαλόγου μας, είναι η κοινή παράδοση αμφοτέρων των ʼΕκκλησιών μας, και ότι «στις βασικές θεολογικές και εκκλησιολογικές αρχές οι οποίες έχουν συνταυτισθεί εδώ, αυτή η κοινή παράδοση θα πρέπει να υπηρετεί ως πρότυπο για την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας», (Κρήτη, § 32), μας εμβάζουν σε ανησυχίες ότι τα Ορθόδοξα μέλη της Επιτροπής προτρέχουν.

Εδώ αξίζει να υπογραμμισθεί ότι η διαχείριση των Εκκλησιαστικών θεμάτων, πολύ δε περισσότερο αυτών που αφορούν στην Ορθόδοξο Πίστη, δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια διορισμένων Καθηγητών, η έστω Επισκόπων, οι οποίοι βεβαίως εκπροσωπούν τυπικώς τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αυτενεργούν όμως εκφράζοντας τις δικές τους προσωπικές απόψεις λόγω μη χάραξης Συνοδικής στρατηγικής εκ μέρους της τοπικής τους Εκκλησίας.

Η αποφυγή σύγκλησης Συνόδων, η εν περιπτώσει συγκλήσεως, η αφαίρεση της δυνατότητος από τους συγκροτούντες αυτές να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις και θέσεις τους, η η μη έγκαιρη ενημέρωση των υπευθύνων των ειδικών Επιτροπών για την ετοιμασία διαφόρων εισηγήσεων προς την Ιερά Σύνοδο προς λήψη σχετικών αποφάσεων, συνιστά εκτροπή από το συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας και δεν διασφαλίζει τη διαμόρφωση Ορθοδόξων θέσεων. Περαιτέρω, η προσπάθεια επιβολής έξωθεν διαμορφωθείσης γραμμής υπονομεύει την εκκλησιατική τάξη. Η προσπάθεια των θεολόγων που εκπροσωπούν την Ορθόδοξο Εκκλησία να χαρακτηρίζουν το Ρωμαικαθολικισμό ως Εκκλησία, προκαλεί το Ορθόδοξο αίσθημα.

Σχολιάστε

Filed under H πλάνη του παπισμού

Οδεύοντες προς την Κύπρον

Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός

1. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῆ ἡ κατάθεση λίγων σκέψεων, καθὼς ὁδεύουμε πρὸς τὴν Συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν «Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία» (16–23 Ὀκτωβρίου 2009). Δὲν φιλοδοξοῦμε νὰ προσθέσουμε κάτι τὸ νέο. Ἁπλῶς καταθέτουμε καὶ μεῖς μία ὁμολογία, παράλληλα μὲ ἐκείνη πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, καὶ κυρίως τοῦ σεβαστοῦ μας Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, π. Γεωργίου Καψάνη καὶ τοῦ ἐκλεκτοῦ συναδέλφου κ. Δημ. Τσελεγγίδη, εἰδικοῦ καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης……..

.Ὁ Θεὸς ἀνέδειξε στοὺς δυσκόλους καιρούς, ποὺ διερχόμεθα, τὸν κ. Τσελεγγίδη ὡς νέον Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ ὁμολογεῖ καὶ στηρίζει τὴν ὀρθόδοξη πίστη τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων Πατέρων καὶ προσευχόμεθα γιὰ τὴν ἄνωθεν ἐνίσχυση καὶ προστασία του, ἐφόσον διὰ στόματος παπικοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρόσφατα ὑπεδείχθη, ὅτι οἱ ἐνοχλητικοὶ πρέπει νὰ φιμώνονται…

Ἡ προηγούμενη Συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς (Ραβέννα, 8–14 Ὀκτωβρίου 2007) διετύπωσε καὶ τὸ θέμα τῆς προσεχοῦς Ὁλομελείας: «Ὁ ρόλος τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία». Ἀπὸ πολλοὺς δὲ καὶ διὰ πολλῶν ἔχει ἀποκαλυφθῆ, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἀναγνωρισθῆ στὸν Πάπα ἕνα «πρωτεῖον διακονίας» στὴν Ἐκκλησία. Αὐτό, βέβαια, δὲν εἶναι νέο στὸν οἰκουμενιστικὸ διάλογο. Τὰ ἴδια ἄκουα καὶ κατὰ τὶς σπουδές μου στὴν Γερμανία (1969–1975). Εἶναι μία μόνιμη τακτική, γιὰ νὰ ἑδραιωθῆ καὶ στὴν Ὀρθοδοξία ἡ ἔννοια τοῦ παπικοῦ πρωτείου, καὶ αὐτὸ προωθεῖται μὲ τὴν ἀναγνώριση (πρόταση, ἀκόμη) ἑνὸς εἴδους πρωτείου στὸν ἐπίσκοπο, γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ τὸ πρᾶγμα καὶ στὸν «Ὑπερεπίσκοπο» καὶ «Episcopum Universalem», τὸν αἱρετικὸ Πάπα τῆς Ρώμης. Λησμονεῖται ὅμως, ὅτι ἡ Ἡνωμένη Ἐκκλησία (Ὀρθοδοξία) τῆς πρώτης χιλιετίας δὲν ἔκανε λόγο γιὰ πρωτεῖο στὸν Π. Ρώμης, ἀλλὰ γιὰ «πρεσβεῖα τιμῆς», κάτι ποὺ δεχόμεθα ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι χωρὶς ἀντιλογία, ὅταν ὅμως ὁ Πάπας εἶναι ὀρθόδοξος καὶ ἐντὸς τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἀποστόλων καὶ Πατέρων. Δυστυχῶς ὅμως τὰ τεχνάσματα δίνουν καὶ παίρνουν σ᾽ αὐτὸ τὸν Διάλογο. Ὁ Πάπας ἐκλαμβάνεται ὡς ὀρθόδοξος καὶ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως οἱ ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς. Βέβαια, πολλοὶ (ἢ καὶ ὅλοι οἱ) Οἰκουμενισταὶ αὐτὸ δέχονται. Θεωροῦν τὸν Πάπα ὀρθόδοξο, τὸν Παπισμὸ Ἐκκλησία καὶ ὄχι αἵρεση, ἀλλ᾽ εὐκόλως «θεραπεύσιμο σχίσμα». Βέβαια, ὅταν ἐπικρατήσει τὸ ἐκτοξευθὲν στὴν συνάντηση τῆς Θεσσαλονίκης (Ἡμερίδα, 20.5.09) ὅτι εἶναι ἀνάγκη «ὑπερβάσεως τῶν Πατέρων» γιὰ τὴν προώθηση τοῦ Ὀρθοδόξο –Παπικοῦ Διαλόγου, τότε ὅλα εἶναι δυνατά. Χωρὶς Πατέρες ὅλα ἐπιτρέπονται… Αὐτὸ εἶναι τὸ κλίμα, ποὺ θὰ ἰσχύσει στὴν μαρτυρικὴ καὶ ἐκ νέου πνευματικὰ σφαγιαζομένη Ὀρθόδοξη Κύπρο.

2. Πρέπει ὅμως, γιὰ νὰ κινούμεθα στὰ ὅρια τοῦ ρεαλισμοῦ, νὰ ἔχουμε σταθερὰ πρὸ ὀφθαλμῶν μία πολὺ ἀρνητικὴ παράμετρο, ποὺ συνοδεύει τοὺς Διαλόγους μας. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀειμνήστου Πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἐγκαινιάσθηκε μία πορεία, ποὺ εἶναι πιὰ πολὺ δύσκολη, ἂν ὄχι ἀδύνατη, ἡ ἀναθεώρηση ἢ ἀναχαίτισή της, χωρὶς τὴν θεία παρέμβαση (θαῦμα) καὶ τὴν δική μας μετάνοια. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας συνέδραμε χωρὶς ἀναστολὲς τὴν προώθηση τῶν στόχων τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου (1962–1965) στὴν συνάντηση μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ φαινομενικὰ μὲν εἶναι ὁ διάλογος «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» καὶ ἡ ἕνωση, στὴν οὐσία ὅμως ἡ ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸν Παπισμὸ μὲ τὸν ἐξουνιτισμό της. Μόνο ὡς οὐνίτες, ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικά, χωρᾶμε στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Νέα Ἐποχή!

Μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ραβέννας (2007) μεταβαίνουμε σὲ μιὰ κρίσιμη φάση, διότι εἰσερχόμεθα στὴ συζήτηση τοῦ θέματος τοῦ πρωτείου, ὑπὸ προϋποθέσεις ὅμως ποὺ ἐξυπηρετοῦν κατάφωρα τὰ παπικὰ σχέδια καὶ τὶς φιλοπαπικὲς προσδοκίες τῶν οὐνιτιζόντων δικῶν μας. Τὸ παπικὸ πρωτεῖο —(ὅπως καὶ νὰ τὸ ὀνομάσεις, πρωτεῖο κοσμικῆς ἐξουσίας εἶναι καὶ οὐδὲν πνευματικὸ ἔρεισμα ἔχει)— εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὸ ἀλάθητο καὶ τὰ λοιπὰ περὶ Πάπα δόγματα: ὁ πάπας ὑπερεπίσκοπος, βικάριος τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπὲρ τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μὲ κατάληξη στὴν βασιλικὴ ἰδιότητα τοῦ Πάπα στὸ Κράτος τοῦ Βατικανοῦ (σήμερα καὶ παλαιὰ τῆς Ρώμης). Γι᾽ αὐτὸ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ μᾶς ρωτοῦσε: «Εἶναι τὸ Βατικανὸ Ἐκκλησία;»… Μαζὶ μὲ τὸ «φιλιόκβε», τὴν ἀποδοχὴ «κτιστῆς χάριτος» στὸν Θεό, τὰ περὶ Πάπα δόγματα εἶναι πλήρης ἀνατροπὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὄχι ἁπλὴ αἵρεση. Καὶ ὅμως ἡγετικὲς ὀρθόδοξες μορφὲς τοῦ Διαλόγου τολμοῦν νὰ διατείνονται, ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι Ἐκκλησία (γιὰ κάποιους δὲ Ἡ Ἐκκλησία).

3. Αὐτὰ λέγονται χωρὶς διάθεση ἐπιθέσεως κατὰ τῶν Ἡγετῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σήμερα. Τὸ γνωρίζουν τὰ Πρόσωπα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οἱ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Διαλόγου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὑπὲρ τὶς δύο χιλιάδες σελίδες ἔχω δημοσιεύσει σὺν Θεῷ μέχρι σήμερα, γιὰ τὴν στήριξη καὶ προβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Τὸν Ε´ δὲ καὶ τελευταῖο Τόμον τοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (1844 – 1864, πρώτη εἰκοσαετία καὶ σχολαρχία μητρ. Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνου Τυπάλδου – Ἰακωβάτου) ἀφιέρωσα (2009) στὸν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη, ὡς «ἐπιφανῆ ἀπόφοιτον τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης». Πόσο δὲ μεγάλη εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων, ποὺ προσυπέγραψαν τὴν «Ὁμολογία Πίστεως Κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» νὰ βλέπουμε τοὺς Ποιμένας καὶ Ἡγέτας μας «ὀρθοτομοῦντας τὸν λόγον τῆς ἀληθείας». Ἐδαφιαία εἶναι τότε ἡ μετάνοια καὶ προσκύνησή μας καὶ δοξολογοῦμε τὸν Τριαδικὸ Θεό μας, διότι «τοιούτους ἔχομεν Ἀρχιερεῖς» (Ἑβρ. 8,1).

Καὶ μία ἀκόμη ἐπισήμανση: Μᾶς κατηγοροῦν ὅτι σφετερισθήκαμε ἁρμοδιότητα καὶ ἔργο Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συντάσσοντες καὶ ὑπογράφοντες «Ὁμολογίαν Πίστεως» καὶ διὰ αὐτὸ κάποιοι δὲν τὴν ὑπέγραψαν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἀπορρίπτουν τὸ περιεχόμενο τοῦ κειμένου, ποὺ ὑπογράψαμε καὶ συνεπῶς τὸ δέχονται ὡς Ὀρθόδοξο. Δὲν λαμβάνεται ὅμως ὑπόψει, ὅτι δὲν εἶναι «Ὁμολογία Πίστεως» κατὰ ἀπομίμηση τῶν Συνόδων (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἀλλὰ συγκεκριμένα «κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ». Ἡ προχειρότητα τῶν ἐπικριτῶν μας, συνεπῶς, εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση, ὅτι ὑπάρχει ἄλλος στόχος: νὰ φιμωθεῖ κάθε φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ ἀντιδράσεως στὸν ἐξουνιτισμό μας.

Ἀναγκαία ὅμως εἶναι καὶ δεύτερη ἐπισήμανση. Μᾶς κατηγόρησαν —καὶ μάλιστα σεβαστὸς Συνάδελφος— ὅτι συνεχίσαμε τὴν πολεμικὴ τῶν «φυλλαδίων» καὶ κειμένων, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀποτείχιση, κατὰ τὸν ΙΕ´ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας. Κάθε πρᾶγμα ὅμως ἔχει τὴν ὥρα του (Ἐκκλ. 3,1). Ἐξ ἄλλου, γιατὶ νὰ «ἐξωεκκλησιασθοῦμε» μόνοι μας; Ἐμεῖς μένουμε στὴν παράδοση τῶν Πατέρων καὶ Ἁγίων μας, ἀπὸ ποῦ καὶ γιατὶ νὰ φύγουμε; Ἄλλοι, ζηλοῦντες δόξαν Βησσαρίωνος, ὑποτάσσονται στὸν αἱρετικὸ Πάπα καὶ οὐνιτίζουν, ἀναμένοντες ἴσως νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ καρδινάλιοί του. Αὐτοὶ ἐξωεκκλησιάζονται καὶ ὄχι ἐμεῖς! Καὶ νὰ μᾶς «ἐξωεκκλησιάσουν» ὅμως, ἐνεργοῦντες κοσμικὰ καὶ μὲ τὴν «φεουδαλιστικὴ» νοοτροπία τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τῶν ταπεινῶν καὶ πάντοτε ἀτελῶν διακόνων της, ἐμεῖς δὲν θὰ παύσουμε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μένουμε ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων του. Διερωτῶμαι: Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁδηγούμεθα σὲ τέτοιους λογισμούς; Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρήσει! Πέσαμε πράγματι ΟΛΟΙ πολὺ χαμηλὰ καὶ γίναμε ὁ περίγελος τῶν Ἑτεροδόξων καὶ μάλιστα τοῦ Βατικανοῦ. Διότι δι᾽ αὐτοὺς ἐργάζονται κάποιοι ἀσυστόλως. Τὸ ὅτι, συνεπῶς, ἡ ὀρθόδοξη «Ὁμολογία μας» ἐνόχλησε, καὶ μάλιστα τόσο πολύ, σημαίνει ὅτι ἔθιξε καίρια καὶ ἐνόχλησε τοὺς ἔχοντες τὴν μυῖγα» καὶ δὲν εἶναι ὅπως τὰ προηγούμενα κείμενα, ποὺ καὶ ἐμεῖς ἔχουμε κατὰ καιροὺς συντάξει. Μιὰ αἰφνιδιαστικὴ ἀποτείχιση θὰ διευκόλυνε τοὺς οὐνιτίζοντες. Ἡ Ὁμολογία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸν «ἐξωεκκλησιασμό» μας. Μέχρι τότε ὅμως κάποιοι, φωτιζόμενοι ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ ξαναδιαβάσουν τὴν κατὰ τοὺ Οἰκουμενισμοῦ Ὁμοολογία μας καὶ νὰ ἀνανήψουν.

4. Ἀπὸ τὸν «Διάλογο τῆς Ἀγάπης», ἐφεύρημα παραπλανητικὸ τῆς Β´ Βατικανῆς, ποὺ ἀμέσως δέχθηκε ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, προχωρήσαμε βεβιασμένα στὸν Θεολογικὸ Διάλογο, χωρὶς νὰ ἔχουμε ἐχέγγυα γιὰ τὴν εἰλικρινῆ προαίρεση τῶν συνομιλητῶνμας (π.χ. λύση τοῦ προβλήματος τῆς Οὐνίας). Ἡ Οὐνία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῆ κατὰ τὴν πορεία τοῦ Διαλόγου. Ἁπλῶς θὰ ἐξοικειωθοῦμε μαζί της, ὅπως ἔγινε γιὰ διάφορα πράγματα μέχρι σήμερα καὶ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουμε (μετὰ τὸ BALAMAND, μάλιστα, 1993) ὡς νόμιμο καὶ ἰσότιμο συνομιλητή μας. Τέτοιες παγίδες, ὅμως, παγιδεύουν ὅσους εἶναι ἕτοιμοι νὰ παγιδευθοῦν καί, στὸν οἰκουμενιστικό οἶστρο τους, τέτοια θέματα τὰ ἀντιπαρέρχονται ἄνευ ἑτέρου. Κάθε συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπαράκαμπτη συνέχεια τῆς προηγουμένης καὶ ἀμετακίνητη πορεὶα πρὸς τὸν καθορισμένο στόχο, μὲ βάση τὰ «συμφωνηθέντα» καὶ μὲ φανερὴ διάθεση πάντοτε ὑποχωρήσεως τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὅταν μάλιστα ὅλα σήμερα γίνονται μὲ βάση τὴν Νέα Ἐποχή, τὶς δυναμικὲς καὶ στοχοθεσίες της… Μὲ δεδομένη λοιπόν, τὴν μεθόδευση τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἐσωτερικὴ συνέχεια τῶν ἀποφάσεων τῶν συνελεύσεων τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἐρώτημα εἶναι, ἂν εἶναι δυνατὴ κάποια αὐτοσυγκράτηση καὶ ἀνατοποθέτηση κάποιων θέσεων ἢ καὶ ἡ ἀπόρριψή τους καὶ γενικότερα ἡ ἀναστολὴ ἑνὸς τοιούτου Διαλόγου, ποὺ ἐφαρμόζει τὴν ἀρχή τῆς «λήψεως τοῦ αἰτουμένου». Τί θὰ γίνει λοιπόν; Ὑπάρχει ὁ ἀληθινὸς Κύριος καὶ Δεσπότης, ὁ Τριαδικὸς Θεός μας καὶ τὰ θαύματα εἶναι δυνατά, ἂν ὅμως συνεργάζονται ἐν μετανοίᾳ μαζί Του καὶ οἱ καρδιές μας!

Σημ. : Τὸ ὅτι τίποτε δὲν ἔχει ἀλλάξει στὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία καὶ στὴ παπικὴ θεώρηση τοῦ Παπισμοῦ φαίνεται καθαρότατα στὴν ἐπίσημη Κατήχηση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συντάχθηκε μὲ τὴν ἐπίβλεψη καὶ εὐθύνη τοῦ νῦν Πάπα, ὡς καρδιναλίου καὶ καθηγητοῦ τότε. Μία ἐργασία τοῦ γράφοντος πάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ θέμα ὁλοκληρώνεται σὺν Θεῷ καὶ θὰ δοθεῖ στὸν «Ο.Τ.» πρὸς δημοσίευση. Ὅσο γιὰ τὸν ὑπερτονισμὸ τῆς εὐθύνης τῶν Τοπικῶν Συνόδων στὴ λήψη τῶν ἀποφάσεων, δὲν πρέπει νὰ παραθεωρεῖται: α) ὅτι κάθε μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στὴν Ὀρθοδοξία ἔχει λόγο νὰ ἐπικρίνη τυχὸν παραλείψεις ἢ ὑπερβάσεις τῶν Ποιμαινόντων καὶ β) ὅτι εἶναι τόσο πιεστικὲς καὶ ἀδυσώπητες οἱ ἐπιθυμίες τῆς κυρίαρχης νεοεποχίτικης ἡγεσίας, ποὺ καὶ οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες δὲν μποροῦν νὰ μείνουν ἀνεπηρέαστες. Ἂς μὴ κρύβουμε τὴν ἀλήθεια, τοὐλάχιστον.

Σχολιάστε

Filed under H πλάνη του παπισμού

Η οντολογία του Παπισμού

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π.Ιεροθέου

 Στην συνέχεια θα ήθελα να διατυπώσω μερικές σκέψεις μου πάνω στην ίδια την υπόσταση του Παπισμού.

1. Εκκλησία και Παπισμός

Εσφαλμένα μερικοί ομιλούν για Καθολική Εκκλησία, γιατί ο όρος καθολικός, που ταυτίζεται με το ορθόδοξος, ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς επίσης ο όρος Εκκλησία δεν αρμόζει στο Κράτος του Βατικανού. Ο Παπισμός βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας, και αυτό φαίνεται από δύο Συνόδους, που για μας τους Ορθοδόξους θεωρούνται Οικουμενικές, στις οποίες γίνεται λόγος για το Filioque και τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Στην Η’ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία ήταν παρόντες και οι εκπρόσωποι του ορθοδόξου τότε Πάπα της Ρώμης, καταδικάσθηκαν οι Φράγκοι Επίσκοποι, οι οποίοι είχαν προσθέσει στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, γιατί μια τέτοια προσθήκη “κατά γνώσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των πατέρων αναπολόγητον”, γι’ αυτό και λέγεται ότι “ει μεν των ιερωμένων είη τις παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν”. Βέβαια, αυτή η ίδια καταδίκη ισχύει και για τους Πάπας της Ρώμης, από τότε που ο πρώτος Φράγκος Πάπας (Σέργιος Δ’) κατέλαβε τον θρόνο της Ρώμης και εισήγαγε το Filioque στην ενθρονιστήρια επιστολή του (τό 1009) και ο Βενέδικτος Η’ το εισήγαγε επισήμως στο Σύμβολο της Πίστεως που αναγινωσκόταν στην θεία Λειτουργία (τό 1014). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας” λέγεται ότι όσοι αποξενώνουν “αυτόν τε τον Θεόν Λόγον και το ομοούσιον και ομόδοξον τούτου Παράκλητον Πνεύμα της θεοπρεπούς ομοτιμίας τε και αξίας, ανάθεμα”.

 Στην Σύνοδο του 1341 επί του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και μάλιστα στον Συνοδικό Τόμο λέγεται ότι όσοι δέχονται ότι οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές και ιδιαιτέρως όσοι δέχονται ότι το Φώς της θεότητος είναι κτιστό, όπως υπεστήριζε ο σχολαστικός Ουνίτης Βαρλαάμ ο Καλαβρός καί, βεβαίως, αυτό αποτελεί βασικό δόγμα του Παπισμού, όπως φαίνεται στα έργα του Θωμά του Ακινάτη, βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας.

Γράφεται ότι εάν κάποιος ισχυρίζεται τέτοιες απόψεις και δεν μετανοήσει “αποκήρυκτος έσται και αποτετμημένος της αγίας του Χριστού καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και του ορθοδόξου των Χριστιανών συστήματος”. Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναθεματίζονται όσοι δέχονται την περί ιδεών διδασκαλία του Πλάτωνα, δηλαδή την μεταφυσική και την οντολογία και τις απόψεις της Analogia Entis, ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και κόσμου, και Analogia Fidei, ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ του Θεού και της Αγίας Γραφής, καθώς επίσης αναθεματίζονται και όσοι δεν δέχονται τα δόγματα με πίστη καθαρά και απλή και ολόψυχη καρδία “αλλά πειρωμένοις αποδείξεσι και λόγοις σοφιστικοίς”, δηλαδή εισάγουν την σχολαστική μέθοδο γνώσεως του Θεού.

 Αναλύοντας περισσότερο το θέμα αυτό μπορούμε να αναφερθούμε στο ότι δύο μεγάλοι θεολόγοι και πατέρες του Παπισμού είναι ο Άνσελμος Καντερβουρίας και ο Θωμάς Ακινάτης, των οποίων την διδασκαλία αποδέχεται η Παπική θεολογία και η πρακτική του Παπισμού. Ο Άνσελμος Καντερβουρίας επεξεργάσθηκε και εισήγαγε το θεολογικό δόγμα περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, ότι δηλαδή η αμαρτία του Αδάμ προσέβαλε την δικαιοσύνη του Θεού και ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη και επανέφερε την τάξη στην δημιουργία. Πρόκειται για αλλοίωση της αλήθειας περί του Θεού, αφού παρουσιάζεται ο Θεός με τα ιδιώματα του εμπαθούς ανθρώπου, ο οποίος προσβάλλεται και θίγεται, αλλά και για αλλοίωση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως και της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Βέβαια, η θεολογία περί της εξιλεώσεως της θείας δικαιοσύνης υιοθετεί το φεουδαλιστικό σύστημα με όλες τις θεολογικές και κοινωνικές συνέπειες.

Ο Θωμάς ο Ακινάτης που είναι ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του σχολαστικισμού προσπάθησε να συνδυάση τις θεωρίες του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη. Εκτός των άλλων, ταυτίζει την άκτιστη ενέργεια του Θεού με την άκτιστη ουσία Του, αφού ομιλεί για το λεγόμενο actus purus, και εισάγει την τήν εσφαλμένη άποψη περί κτιστών ενεργειών στον Θεό, παρουσιάζει έναν ευδαίμονα Θεό που είναι στην πραγματικότητα απρόσιτος, άγνωστος, απρόσωπος καί, βεβαίως, διδάσκει ότι ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με τις κτιστές ενέργειες του Θεού.

Δηλαδή, η αγάπη, η θεία Χάρη, η ειρήνη του Θεού είναι κτιστές ενέργειες του Θεού. Από την άποψη αυτή προέρχεται η διδασκαλία ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού (Filioque), το καθαρτήριο πύρ, το αλάθητο κλπ. Οι θεωρίες αυτές καταδικάσθηκαν από την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που θεωρείται ως Θ’ Οικουμενική Σύνοδος, όπως παρουσιάζεται στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας”. Επίσης αναθεματίζονται όσοι δεν ομολογούν ότι υπάρχει “ουσίαν τε επί Θεού και ουσιώδη φυσικήν ενέργειαν”. Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: “Οι της του Χριστού Εκκλησίας της αληθείας εισί· και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί”. Το ίδιο λέγει και ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λυώνος: οι “εκτός της αληθείας” ευρίσκονται αυτομάτως “εκτός της Εκκλησίας”, γιατί όσοι δεν δέχονται την παράδοση των Αποστόλων και την πίστη της Εκκλησίας τους θεωρούμε, κατά τον άγιο Ειρηναίο, “ως αιρετικούς και κακογνώμονας (κακοδόξους), ή ως σχίζοντας (τήν Εκκλησίαν) και υπερηφάνους και αυθάδεις”.

2. Αποστολική διαδοχή και Παπισμός

Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιερωσύνη, δηλαδή έχει διακοπή σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιερωσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιερωσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενώτατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία καί, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή.

Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: “Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δεί, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις σύν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι”.

Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιερωσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει ιερωσύνη, τότε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα, ή να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφωνται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα. Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι “Κληρικοί” του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν αποστολική παράδοση και διαδοχή.

Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθή ότι εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είμαστε και Ρωμαίοι – Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.

Σε καιρό συγχύσεως, όπως η εποχή μας, πρέπει να είμαστε ομολογητές της Πίστεως, μάρτυρες της αληθείας και ποιμένες που θα ποιμαίνουμε τον λαό του Θεού με κριτήρια και προϋποθέσεις εκκλησιολογικές, οι οποίες οδηγούν στην σωτηρία.

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – ΜΑΡΤΙΟΣ 2001

Σχολιάστε

Filed under H πλάνη του παπισμού

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟ ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ

Άγιος Μακάριος Κορίνθου. Φορητή εικόνα Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου (19ος αι.). Από το βιβλίο του Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, εκδ. Μυγδονία (σ. 526).Άγιος Μακάριος Κορίνθου. Φορητή εικόνα Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου (19ος αι.). Από το βιβλίο του Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, εκδ. Μυγδονία (σ. 526).

Αγίου Μακαρίου Νοταρά

«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς»

Πραγματικά, αδελφοί μου, είναι μεγάλη η εύσπλαγχνία του Κυρίου μας και ανερμήνευτη η φιλανθρωπία που έδειξε και δείχνει σε μας τους αχάριστους καί αγνώμονες προς Αυτόν, τον ευεργέτη μας. Διότι, οχι μόνο μας ανέστησε, ενώ είχαμε κατρακυλήσει στην αμαρτία, αλλά, επειδή η αγαθότητα Του είναι άπειρη, μας παρέδωσε και πρότυπο προσευχής, που ανεβάζει το νου μας στην υψηλή κατάσταση της Θεολογίας και βοηθά ολο το ανθρώπινο γένος να μην πέσει πάλι από επιπολαιότητα και αφροσύνη στα ίδια αμαρτήματα.

Γι’ αυτό το λόγο, έτσι όπως είναι και πρέπον, από την αρχή της προσευχής, ανεβάζει το νου μας στο υψηλό επίπεδο της Θεολογίας. Μας γνωρίζει τον κατά φύση Πατέρα Του και Δημιουργό όλης της ορατής και αοράτου κτίσεως, και μας επισημαίνει την κατάσταση της υιοθεσίας, την οποία εμείς οι Χριστιανοί αξιωθήκαμε να λάβουμε, γι’ αυτό έχουμε και τη δυνατότητα να Τον φωνάζουμε κατά χάριν, «Πατέρα».

Διότι, αφού ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός σαρκώθηκε, δόθηκε εξουσία σε όλους, όσοι Τον πίστευσαν, να γίνουν τέκνα και υιοί του Θεού, μέσω του αγίου Βαπτίσματος, καθώς το λέει ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Σ’ όσους Τον δέχθηκαν και πίστευσαν σ’ Αυτόν, έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού». Ενώ ο απόστολος Παύλος γράφει: «Είστε όλοι παιδιά του Θεού, αφού πιστεύετε στον Ιησού Χριστό». Και σε άλλο σημείο: «Και επειδή πραγματικά είστε παιδιά Του, ο Θεός απέστειλε το Πνεύμα του Υιού στις καρδιές σας, και αυτό φωνάζει: Αββά, Πατέρα μου». Δηλαδή: Όλοι οι πιστοί και ορθόδοξοι Χριστιανοί είστε παιδιά του Θεού μέσω της πίστεως, με τη Χάρη του Θεού. Ή να το πω και διαφορετικά: Επειδή είστε παιδιά του Θεού, έστειλε ο Θεός και κατά Χάριν Πατέρας σας το Άγιο Πνεύμα του Υιού Του στις καρδιές σας,το οποίο φωνάζει μυστικά εκεί μέσα: «Πατέρα, Πατέρα μας».

Γι αυτό ο Κύριος μας παραγγέλλει πως να προσευχόμαστε προς τον κατά Χάριν Πατέρα μας, για να είμαστε πάντοτε, μέχρι το τέλος, κάτω από τη Χάρη της υιοθεσίας. Να είμαστε δηλαδή παιδιά του Θεού, οχι μόνο κατά την ώρα της αναγεννήσεως μας με το άγιο Βάπτισμα, αλλά και στη συνέχεια, μέσα στη ζωή και στην πράξη. Διότι, όποιος δεν ζεί πνευματική ζωή και δεν έχει έργα πνευματικά, άξια της άνωθεν αναγεννήσεως, αλλά τα έργα του είναι έργα σατανικά, αυτός δεν είναι άξιος να ονομάζει πατέρα του τον Θεό. Αλλά θα ονομάζει πατέρα του τον διάβολο, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου μας που λέει: «Ο πατέρας που έχετε εσείς είναι ο διάβολος, και όσα επιθυμεί ο πατέρας σας, αυτά θέλετε να κάνετε». Δηλαδή εσείς είστε γεννημένοι ως προς την κακία από τον πατέρα σας, τον διάβολο, και τις κακές και διεστραμμένες επιθυμίες του πατέρα σας θέλετε να κάνετε.

Μας προστάζει δε να ονομάζουμε τον Θεό «Πατέρα», αφενός μεν για να μας πληροφορήσει ότι γίναμε στ’ αλήθεια παιδιά του Θεού με την αναγέννηση του αγίου Βαπτίσματος, αφετέρου δε, διότι πρέπει να φυλάττουμε και τις ιδιότητες, δηλαδή τις αρετές του Πατέρα μας, αισθανόμενοι ντροπή κατά κάποιο τρόπο, για τη συγγένεια την οποία έχουμε με Αυτόν, καθώς ο Ίδιος λέει: «Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ ημών οικτίρμων εστίν». Δηλαδή : Να γίνετε και σεις σπλαχνικοί σε όλους, όπως είναι και ο Πατέρας σας σε όλους σπλαχνικός.

Και ο απόστολος Πέτρος λέει: «Ετοιμασθείτε λοιπόν πνευματικά και μείνετε άγρυπνοι, αφήστε να σας καθοδηγεί πλήρως η ελπίδα που σας προσμένει, όταν φανερωθεί ο Ιησούς Χριστός. Αφού αποφασίσατε να υπακούετε στον Θεό, μην αφήνετε να ρυθμίζουν τη ζωή σας οι επιθυμίες που είχατε πριν Τον γνωρίσετε. Αντίθετα, όλη η συμπεριφορά σας να είναι άγια, όπως άγιος είναι και ο Θεός που σας κάλεσε. Γιατί το λέει η Γραφή: Να γίνετε άγιοι γιατί κι εγώ είμαι άγιος. Κι αφού στις προσευχές σας ονομάζετε τον Θεό “Πατέρα”, που κρίνει τον καθένα σύμφωνα με τα έργα του, χωρίς να κάνει διακρίσεις σε πρόσωπα, έχετε υποχρέωση να περνάτε την πρόσκαιρη ζωή σας πάνω στη γη με σεβασμό στον Θεό, για να μην κατακριθειτε απ’ Αυτόν».

Ο δε Μέγας Βασίλειος λέει ότι «χαρακτηριστικό εκείνου, ο οποίος γεννήθηκε από το Πνεύμα το Άγιο, είναι να γίνει κατά το δυνατόν παρόμοιος με το Πνεύμα, από το Οποίο και γεννήθηκε, καθώς είναι γραμμένο, ότι εκείνος που γεννήθηκε από σαρκικό πατέρα είναι και αυτός σάρκα, δηλαδή είναι σαρκικός. Εκείνος όμως που γεννήθηκε από το Πνεύμα το Άγιο, είναι πνεύμα, δηλαδή είναι πνευματικός».

Και τρίτον, Τον ονομάζουμε «Πατέρα», διότι πιστεύσαμε σ’ αυτόν, τον Μονογενή Υιό του Θεού, συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό, τον ουράνιο Πατέρα μας, ενώ πριν ήμασταν εχθροί μαζί Του και τέκνα οργής.

Και όταν λέει ο Κύριος να λέμε «Πάτερ ημών», δείχνει με αυτό ότι, όσοι αναγεννηθήκαμε με το άγιο Βάπτισμα, όλοι είμαστε αδελφοί γνήσιοι και παιδιά ενός Πατέρα, δηλαδή του Θεού, που σημαίνει παιδιά της Αγίας Ανατολικής, Αποστολικής και Καθολικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό πρέπει να αγαπούμε ο ένας τον άλλον ως γνήσιοι αδελφοί, καθώς μας προστάζει ο Κύριος λέγοντας: «Αυτή είναι η δική μου εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον».

Και ως προς μεν «το είναι», δηλαδή την πλάση και δημιουργία μας, είναι και λέγεται ο Θεός Πατέρας όλων των ανθρώπων, και των πιστών και των απίστων. Έχουμε λοιπόν χρέος να αγαπούμε όλους τους ανθρώπους, διότι τους έκαμε την τιμή και τους έπλασε με τα χέρια Του ο Θεός, και μόνο την κακία και την ασέβεια να μισούμε και οχι το πλάσμα του Θεού. Κατά δε το «ευ είναι», δηλαδή την ανάπλασή μας, πάλι είναι και λέγεται ο Θεός Πατέρας όλων των ανθρώπων. Και γι’ αυτό πρέπει να αγαπούμε εμείς οι ορθόδοξοι ο ένας τον άλλο, γιατί είμαστε διπλά ενωμένοι και κατά τη φύση και κατά τη Χάρη.

Όλοι δε οι άνθρωποι διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες: Σε δούλους γνήσιους, σε δούλους νόθους και σε δούλους πονηρούς, εχθρούς του Θεού.

Και δούλοι γνήσιοι είναι όσοι πιστεύουν ορθά, είναι δηλαδή ορθόδοξοι, και με φόβο και χαρά επιτελούν το θέλημα του Θεού.

Δούλοι νόθοι είναι όσοι πιστεύουν μεν στον Χριστό και έλαβαν και το άγιο Βάπτισμα, αλλά όμως δεν εργάζονται τις εντολές Του.

Οι άλλοι, παρόλο που είναι και αυτοί δούλοι, ως δικά Του δημιουργήματα, είναι όμως πονηροί, εχθροί και ενάντιοι του Θεού, αν και είναι πολύ αδύνατοι και μηδαμινοί και δεν μπορούν να επιφέρουν κάτι κακό εναντίον Του. Και αυτοί είναι όσοι πίστευσαν στον Χριστό, ύστερα όμως έπεσαν σε διάφορες αιρέσεις.

Μαζί μ’ αυτούς συναριθμούνται οι άπιστοι και οι ασεβείς.

Όμως εμείς που αξιωθήκαμε να γίνουμε δούλοι του Θεού κατά Χάριν, δια της αναγεννήσεως του αγίου Βαπτίσματος, ας μη γινόμαστε πάλι δούλοι στον εχθρό μας τον διάβολο, με το να πέφτουμε θεληματικώς στα κακά του θελήματα, για να μη γίνουμε όμοιοι μ’ εκείνους, για τους οποίους γράφει ο Απόστολος ότι «ήταν παγιδευμένοι από τον διάβολο, για να κάνουν το θέλημά του».

Αλλά επειδή ο Πατέρας μας είναι στους Ουρανούς, πρέπει και εμείς να στρέφουμε το νου μας στον Ουρανό, εκεί που είναι η πατρίδα μας, η άνω Ιερουσαλήμ, και όχι να έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας κάτω στη γη, όπως οι χοίροι. Αλλά να προσβλέπουμε προς Αυτόν, τον γλυκύτατο Σωτήρα και Δεσπότη μας, και στα ουράνια κάλλη του Παραδείσου . Και αυτό να το κάνουμε, όχι μόνο τον καιρό της προσευχής, αλλά όλον τον καιρό και σε κάθε τόπο πρέπει να έχουμε το νου μας στον Ουρανό,για να μη διασκορπίζεται εδώ κάτω στα φθαρτά και πρόσκαιρα πράγματα.

Και, αν ασκούμε κάθε μέρα βία στον εαυτό μας, καθώς λέει ο Κύριος, ότι «η Βασιλεία του Θεού κερδίζεται με βία και προσπάθεια και την κατακτούν όσοι αγωνίζονται», με τη βοήθεια του Θεού, θα διαφυλαχθεί και σε μας το «κατ’ εικόνα » σώο και καθαρό. Και έτσι λίγο-λίγο από το «κατ’ εικόνα» ανερχόμαστε προς το «καθ’ όμοίωσιν»,αγιαζόμενοι από τον Θεό και αγιάζοντας κι εμείς το Όνομα Του στη γη, λέγοντας προς Αυτόν μαζί με την Κυριακή προσευχή: «Αγιασθήτω το Όνομά Σου».

«Αγιασθήτω το όνομά Σου»

Μήπως δεν είναι τάχα άγιο το Όνομα του Θεού και γι’ αυτό πρέπει να παρακαλούμε να άγιασθεί; Πώς αρμόζει να κάνουμε κάτι τέτοιο; Αυτός δεν είναι η πηγή της αγιότητας; Απ’ Αυτόν δεν αγιάζονται τα πάντα, όσα βρίσκονται στον Ουρανό και στη γη ; Πώς λοιπόν εδώ μας προτρέπει να αγιάζουμε το Όνομά Του;

Το Όνομα του Θεού, αυτό καθ’ εαυτό, είναι άγιο και υπεράγιο και πηγή αγιότητας. Και μόλις το αναφέρουμε αγιάζει όλα εκείνα για τα οποία το αναφέρουμε. Δεν επιδέχεται δε καμιά αύξηση αγιότητας ή ελάττωση. Όμως ο Θεός θέλει και αγαπά να δοξάζεται το Όνομά Του και από όλα τα δημιουργήματά Του, καθώς το λέει ο προφήτης και ψαλμωδός Δαβίδ: «Ευλογείτε τον Κύριον πάντα τα εργα αυτού». Δηλαδή: «Δοξάσατε τον Θεό όλα τα δημιουργήματά Του». Και αυτό το απαιτεί. Όχι τόσο για τον εαυτό του, όσο για να αγιασθούν τα πλάσματα Του απ’ Αυτόν και να δοξασθούν. Γι’ αυτό πρέπει, ό,τι και να κάνουμε, να το κάνουμε για τη δόξα του Θεού, σύμφωνα και με τον Απόστολο που λέει: «Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε κάνετε ο,τιδήποτε άλλο, να το κάνετε για τη δόξα του Θεού, για να αγιάζεται το Όνομα του Θεού και από μας».

Και το Όνομα του Θεού αγιάζεται, όταν κάνουμε έργα καλά και άγια, όπως είναι και η πίστη μας αγία. Και τότε, βλέποντας οι άνθρωποι την καλή μας πολιτεία, οι μεν πιστοί Χριστιανοί θα δοξάζουν τον Θεό, ο Οποίος μας σοφίζει και μας ενδυναμώνει να εργαζόμαστε το καλό, οι δε άπιστοι θα έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας, βλέποντας ότι τα έργα μας, επιβεβαιώνουν την πίστη μας. Το ίδιο μας παρακινεί και ο Κύριος να κάνουμε, λέγοντας: «Να λάμπει με τέτοιο τρόπο το φως των έργων σας μπροστά στους ανθρώπους, ώστε βλέποντας τα καλά σας έργα, να δοξάσουν τον Πατέρα σας τον επουράνιο».

Συμβαίνει βέβαια και το αντίθετο, δηλαδή να βλασφημείται εξαιτίας μας το Όνομα του Θεού από τους ειδωλολάτρες και τους άπιστους, κατά τον Απόστολο: «Το Όνομα του Θεού διασύρεται εξαιτίας σας από τους ειδωλολάτρες». Κάτι τέτοιο βέβαια δημιουργεί μεγάλη σύγχυση και φοβερό κίνδυνο, διότι νομίζουν οι άνθρωποι, και μάλιστα οι άπιστοι, ότι ο Θεός μας προστάζει να έχουμε μια τέτοια συμπεριφορά.

Γι’ αυτό, για να μην υβρίζεται και ατιμάζεται ο Θεός και για να μην κινδυνεύουμε κι εμείς να δημιουργήσουμε για τον εαυτό μας αιώνια κόλαση, πρέπει να φροντίζουμε, μαζί με την ορθή πίστη και την ευσέβεια, να έχουμε ενάρετη ζωή και πολιτεία.

Ενάρετη ζωή, όταν λέμε, εννοούμε να εκτελούμε τις εντολές του Χριστού, όπως και ο Ίδιος μας το ζητά λέγοντας: «Αν με αγαπάτε, θα πρέπει να τηρήσετε τις εντολές μου». Και θα τηρήσουμε τις εντολές Του, για να φανερώσουμε την αγάπη που τρέφουμε σ’ Αυτόν. Γιατί από την τήρηση των εντολών Του στερεώνεται και η πίστη μας προς Αυτόν.

Ο ιερός Χρυσόστομος λέει:

«Αν κάποιος δεν μπορεί να αναφέρει το Όνομα του Κυρίου Ιησού, παρά μόνο με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να κρατήσει την πίστη του ασάλευτη και ριζωμένη, χωρίς τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Πώς όμως θα μπορέσουμε να ελκύσουμε τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και να γίνουμε άξιοι να τη διατηρήσουμε πάντοτε στην ύπαρξή μας; Με τα καλά έργα και την άριστη βιοτή μας. Γιατί όπως το φως του λυχναριού ανάβει με το λάδι και, όταν εκείνο καεί σβήνει και το φως του, με τον ίδιο τρόπο και η Χάρη του Αγίου Πνεύματος εκχέεται προς εμάς και μας φωτίζει. Οταν έχουμε έργα καλά και όταν κατακλύζει την ψυχή μας πολλή ευσπλαχνία και ελεημοσύνη για τους αδελφούς μας. Αν όμως η ψυχή δεν τα έχει εγκολπωθεί όλα αυτά, τότε αναχωρεί η Χάρη και απομακρύνεται από μας.

Ας κρατήσουμε λοιπόν μέσα μας το φως του Αγίου Πνεύματος, με την πλούσια φιλανθρωπία μας και την ανεξάντλητη ελεημοσύνη μας προς αυτούς που έχουν ανάγκη. Διαφορετικά, θα ναυαγήσουμε και ως προς την πίστη μας. Διότι και η πίστη χρειάζεται κυρίως τη βοήθεια και την παραμονή του Αγίου Πνεύματος, για να παραμείνει αδιάσειστη. Αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύματος συνηθίζει να κρατείται και να παραμένει μέσα μας, αν διαθέτουμε καθαρή ζωή και ενάρετο βίο. Αν λοιπόν θέλουμε να έχουμε συνεχώς εδραιωμένη την πίστη μας, πρέπει να διαθέτουμε άγια και λαμπρή βιοτή, η οποία θα πείθει το Πνεύμα το Άγιο να παραμένει και να συνέχει την πίστη μας. Διότι είναι αδύνατον να έχει κάποιος ζωή ακάθαρτη και διεφθαρμένη και να μην έχει διασαλευθεί η πίστη του.

Και για να σας αποδείξω την αλήθεια αυτού που σας λέω και ότι οι πονηρές πράξεις λυμαίνονται τη σταθερότητα της πίστεως, ακούστε τι γράφει ο απόστολος Παύλος προς τον Τιμόθεο: “Για να πορεύεσαι”, του λέει. “και να πολεμάς έχοντας αυτά τα όπλα στον ωραίο σου αγώνα, δηλαδή να έχεις πίστη και καλή συνείδηση (η οποία γεννιέται από τη σωστή ζωή και τα καλά έργα). Αυτή τη συνείδηση, κάποιοι που την απέρριψαν, στο τέλος ναυάγησαν και στην πίστη τους».

Και σε άλλο σημείο πάλι λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία. Αυτήν, επειδή κάποιοι την αγάπησαν, έχασαν την πίστη τους και πλανήθηκαν». Βλέπεις ότι και αυτοί που δεν είχαν αγαθή συνείδηση και αυτοί που αγάπησαν τη φιλαργυρία έχασαν την πίστη τους; Όλα αυτά πρέπει, αδελφοί μου, να τα συλλογισθούμε καλά και να φροντίσουμε να είναι άριστη η βιοτή μας, για να είναι διπλούς και ο μισθός μας. Ο ένας θα είναι για τα καλά και θεάρεστά μας έργα και ο άλλος για τη στερέωση της πίστεως μας. Διότι ό,τι είναι η τροφή για το σώμα, το ίδιο είναι και η ενάρετη πολιτεία για την πίστη. Και όπως η φύση του σώματος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την υλική τροφή, το ίδιο και η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή».

Πράγματι, πολλοί είχαν πίστη και ήταν Χριστιανοί, αλλά επειδή δεν είχαν αγαθά εργα, έχασαν τη σωτηρία. Εμείς όμως ας φροντίσουμε και για τα δύο, και για την πίστη και για τα καλά εργα, για να μπορούμε να συνεχίσουμε άφοβα να λέμε την Κυριακή Προσευχή.

 

Αγίου Μακαρίου Νοταρά

« Ελθέτω η βασιλεία Σου»

Επειδή η ανθρώπινη φύση με τη θέλησή της υποδουλώθηκε στον ανθρωποκτόνο διάβολο, γι’ αυτό μας προστάζει ο Κύριός μας να παρακαλούμε τον Θεό και Πατέρα μας να μας ελευθέρωσει, από την πικρή τυραννία του διαβόλου. Αλλά αυτό δεν γίνεται με κανέναν άλλο τρόπο, παρά μόνο αν έλθει η Βασιλεία του Θεού μέσα μας. Αυτό σημαίνει να έλθει το Πνεύμα το Άγιο, για να διώξει από μας τον τύραννο εχθρό και να μας εξουσιάσει, καθότι στους τέλειους αρμόζει να ζητούν τη Βασιλεία του Θεού και Πατρός, επειδή αυτοί έχουν φθάσει στην τελειότητα της πνευματικής ηλικίας.

Όσοι όμως έχουμε ακόμη τις τύψεις της συνειδήσεως να μας βασανίζουν, όπως εγώ, δεν μπορούμε ούτε να ανοίξουμε το στόμα μας να ζητήσουμε τέτοια πράγματα, αλλά πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό να στείλει το Άγιό Του Πνεύμα, για να μας φωτίσει και να μας δυναμώσει στο θέλημα Του το άγιο και στα έργα της μετάνοιας. Διότι λέει ο Τίμιος Πρόδρομος : «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασίλεια των ουρανών». Δηλαδή: «Μετανοείτε, γιατί έφθασε η Βασιλεία του Θεού». Σαν να λέει: Άνθρωποι, μετανοείτε για τα κακά που κάνετε και ετοιμασθείτε για να υποδεχθείτε τη Βασιλεία των Ουρανών, δηλαδή Αυτόν τον Μονογενή και Λόγο του Θεού, ο Οποίος ήλθε για να εξουσιάσει και να σώσει όλον τον κόσμο.

Γι’ αυτό πρέπει να λέμε κι εμείς αυτό που μας παρέδωσε ο άγιος Μάξιμος: «Ας έλθει το Πνεύμα το Άγιο να μας καθαρίσει τελείως και στο σώμα και στην ψυχή, ώστε να γίνουμε κατοικία άξια να υποδεχθούμε την Αγία Τριάδα, για να βασιλεύσει στο εξής ο Θεός σε μας, δηλαδή μέσα στις καρδιές μας, καθώς είναι γραμμένο: Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα στην καρδιά μας”. Και σε άλλο χωρίο: «Εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθουμε και θα κατοικήσουμε σ’ εκείνον που αγαπά τις εντολές μου». Και να μην κατοικεί πια στην καρδιά μας η αμαρτία, καθώς το λέει, και ο Απόστολος: «Ας μη βασιλεύει πια η αμαρτία στο θνητό σώμα σας, ώστε να υπακούετε σ’ αυτήν λόγω των επιθυμιών του σώματος ».

Και έτσι, παίρνοντας δύναμη από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, να κάνουμε το θέλημα του Θεού και επουράνιου Πατέρα μας και να λέμε χωρίς ντροπή στην προσευχή μας: «Γενηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης».

«Γεννηθήτω το θέλημα Σου ως εν ουρανώ και επι της γης»

Δεν υπάρχει τίποτε πιο μακάριο και πιο ειρηνικό πράγμα, ούτε στη γη ούτε στον ουρανό, από το να κάνει κανείς το θέλημα του Θεού. Ο Εωσφόρος ήταν στον ουρανό. Επειδή δεν ήθελε όμως να κάνει το θέλημα του Θεού, γκρεμίστηκε στον Αδη. Ο Αδάμ ήταν μέσα στον Παράδεισο και τον τιμούσε σαν βασιλιά όλη η κτίση. Επειδή όμως δεν φύλαξε τη θεϊκή εντολή, έπεσε στην εσχάτη ταλαιπωρία. Εκείνος λοιπόν που δεν θέλει να κάνει το θέλημα του Θεού, είναι καθολικά υπερήφανος. Γι’ αυτό και ο προφήτης Δαβίδ με το δίκιο του, κατά κάποιο τρόπο, καταριέται αυτούς τους ανθρώπους και λέει: «Επέπληξες, Κύριε, τους υπερήφανους, που αρνούνται να υπακούσουν στο νόμο Σου. Καταραμένοι είναι εκείνοι που παρεκκλίνουν από την τήρηση των εντολών σου». Και σε άλλο σημείο αναφέρει : «Οι υπερήφανοι κάνουν πολλές παρανομίες και παραβάσεις».

Με όλα αυτά ο Προφήτης αποδεικνύει ότι αιτία της παρανομίας είναι η υπερηφάνεια. Και το αντίθετο, αιτία της υπερηφάνειας, είναι η παρανομία. Γι’ αυτό είναι αδύνατον να βρει κανείς άνθρωπο ταπεινό ανάμεσα στους παράνομους ή άνθρωπο να φυλάττει το νόμο του Θεού ανάμεσα στους υπερήφανους, διότι η υπερηφάνεια είναι άρχή και τέλος κάθε κακίας.

Θέλημα όμως του Θεού είναι να απαλλαγούμε από τα κακά και να κάνουμε τα καλά, καθώς μας το λέει και ο προφήτης: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Δηλαδή «παραμέρισε το κακό και κάνε το καλό». Καλά δε είναι, όσα αναφέρονται στην Αγία Γραφή και όσα μας έχουν παραδώσει οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και όχι όσα ο καθένας μας ασύνετα διακηρύττει, τα οποία πολλές φορές είναι βλαβερά για τις ψυχές και οδηγούν τον άνθρωπο στην απώλεια.

Αν όμως ακολουθούμε τις συνήθειες του κόσμου ή αν ο καθένας κινείται ανάλογα με τις επιθυμίες του, τότε, και εμείς οι Χριστιανοί, δεν θα έχουμε καμιά διαφορά από τους άπιστους, οι οποίοι δεν πιστεύουν ούτε εφαρμόζουν τις Γραφές. Επίσης δεν θα διαφέρουμε από τους ανθρώπους αυτούς που ζούσαν την περίοδο εκείνη της αναρχίας, η οποία αναφέρεται στο βιβλίο των Κριτών. Εκεί λοιπόν λέει: «Ο καθένας έκανε εκείνο που έκρινε ότι είναι καλό για τα δικά του μάτια και τα δικά του κριτήρια, διότι δεν υπήρχε βασιλιάς να κυβερνήσει τις ημέρες εκείνες».

Για τον ίδιο λόγο και οι Εβραίοι, ήθελαν να θανατώσουν τον Κύριό μας από το φθόνο τους, ενώ ο Πιλάτος ήθελε να τον απολύσει, διότι δεν έβρισκε σ’ Αυτόν αιτία θανάτου. Εκείνοι όμως πήραν το λόγο και είπαν: «Εμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με το νόμο μας, πρέπει να πεθάνει, επειδή ονόμασε τον εαυτό του Υιό του Θεού». Αυτά όμως ήταν όλα ψέματα. Γιατί που βρίσκεται στο νόμο ότι πρέπει να πεθάνει όποιος θα ονομάσει τον εαυτό του υιό του Θεού, εφόσον μάλιστα η Αγία Γραφή ονομάζει τους ανθρώπους θεούς και υιούς του Θεού; «Εγώ είπα ότι είσθε όλοι θεοί και υιοί του ύψιστου Θεού». Οπότε, λέγοντας οι Εβραίοι «νόμο έχουμε», λένε ψέματα, διότι τέτοιος νόμος δεν υπάρχει.

Βλέπεις, αγαπητέ, ότι έκαναν νόμο το φθόνο και την κακία τους; Σ’ αυτούς τους ανθρώπους αναφέρεται ο σοφός Σολομώντας, όταν λέει: «Ας κάνουμε νόμο τη δύναμη μας, για να παγιδεύσουμε κρυφά τον δίκαιο». Ο νόμος βέβαια και οι Προφήτες έγραφαν ότι θα έλθει ο Χριστός και θα σαρκωθεί και θα πεθάνει για τη σωτηρία του κόσμου, όχι όμως για το σκοπό που έθεταν εκείνοι, οι παράνομοι.

Λοιπόν, ας προσπαθήσουμε να μην πάθουμε κι εμείς ότι έπαθαν οι Εβραίοι. Ας φροντίσουμε να τηρούμε τις εντολές του Κυρίου μας και ας μην πορευόμαστε έξω από όσα είναι γραμμένα στην Αγία Γραφή. Και «οι εντολές Του δεν είναι βαριές», καθώς το λέει και ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Και επειδή ο Κύριός μας έκανε το θέλημα του Πατέρα Του ανελλιπώς στη γη, γι’ αυτό πρέπει να Τον παρακαλούμε να δίνει δύναμη και σε μας και να μας φωτίζει να κάνουμε κι εμείς το άγιό Του θέλημα στη γη, καθώς το κάνουν οι άγιοι Άγγελοι στον Ουρανό. Διότι «χωρίς τη δική Του συνέργεια, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε». Και έτσι όπως υποτάσσονται οι Άγγελοι χωρίς αντιλογία σ’ όλα τα θεία προστάγματα Του, έτσι πρέπει να υποτασσόμαστε κι εμείς όλοι οι άνθρωποι στο θείο θέλημά Του, το οποίο περιέχεται μέσα στις Άγιες Γραφές, για να υπάρχει ειρήνη στη γη μεταξύ των ανθρώπων, όπως και στον Ουρανό μεταξύ των Αγγέλων και για να μπορούμε να λέμε με παρρησία προς τον Θεό Πατέρα μας: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον ».

Συνεχίζεται…

Σχολιάστε

Filed under Κατήχηση

Mία επιστολή:Ο διάλογος Ορθοδόξων και «Ρωμαιοκαθολικών»

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Θεολογική Σχολή

Τμήμα Θεολογίας Τομέας Δογματρικής Θεολογίας

Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης Θεσσαλονίκη 10-9-2009

Παρακολουθώντας με βαθύ αίσθημα ευθύνης την εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής μας ως απλός πιστός αλλά και ως Πανεπιστημιακός Καθηγητής της Δογματικής Θεολογίας της Εκκλησίας, θα ήθελα να απευθυνθώ ευλαβώς προς εσάς, για ένα σοβαρότατο θεολογικό θέμα. Τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους θα γίνει στην Κύπρο, ως γνωστόν, η κρισιμώτερη ίσως έως τώρα Συνέλευση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών Επειδή το Κοινό Κείμενο, που θα προκύψει από τη Συνέλευση αυτή. Θα έχει καταλυτική σημασία στην εξέλιξη των σχέσεων των δύο διαλεγομένων μερών, θεωρώ χρέος μου να σας παρακαλέσω θερμώς να επιληφθείτε του σοβαρού αυτού θεματος και ειδικότερα να ασχοληθείτε επισταμένως με το συγκεκριμένο περιεχόμενο του Θεολογικού αυτού Διαλόγου.

Η Μικτή Διεθνής Επιτροπή θα ασχοληθεί συγκεκριμένα με το «ρολό του Επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία όλων των Εκκλησιών» (βλ. Κείμενο της Ραβέννας, παραγρ. 45). Ταπεινώς φρονώ, ότι αν συζητήσετε θεολογικως το θέ­μα και τοποθετηθείτε με σαφήνεια σ΄ αυτό, θα επηρεάσει καθοριστικά ίσως την τελική διαμόρφωση του Κοινού Κείμενου της Διεθνούς Συνελεύσεως.

Με τον τρόπο αυτό η Ι­ερά Κοινότητα θα λειτουργήσει εγκαίρως και προληπτικώς, για να μη χρειαστεί να παρέμβει αργότερα θεραπευτικώς, ως οφείλει, κρίνοντας εκ των υστέρων τις ενδεχόμενες θεολογικές και εκκλησιολογικές αστοχίες του Κοινού Κείμενου.

Επιπροσθέτως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω με κάθε δυνατή συντομία και την θεολογική άποψή στο υπό συζήτηση θέμα. Η προγραμματισμένη θεολογική συζήτηση για το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης «εις μεγαλύτερον βάθος», τον προσεχή Οκτώβριο στην Κύπρο, είναι μεθοδολογικώς άκαιρη και ουσιαστικά προθύστερη.

Και τούτο, γιατί, σύμφωνα με τη θεολογική και υστερική δεοντολογία, θα πρέπει να προηγηθεί οπωσδήποτε η θεολογική συζήτηση για τη θεμελιώδη διάφορά μας με τους Ρωμαιοκαθολικούς στο δόγμα και ειδικότερα στο filioque, το αλάθητο και την κτιστή θεία Χάρη, που εσφαλμένα εξακολουθούν να υποστηρίζουν οι δογματικές αυτές κακοδοξίες ενεργούν προσδιοριστικά στο χαρακτήρα της ταυτότητας του Ρωμαιοκαθολικισμού και κενώνουν θεολογικά την Εκκλησιολογία και την Μυστηριολογία του, κενώ­νουν δηλαδή ουσιαστιικά rov κατεξοχήν χαρακτήρα της Εκκλησίας ως «κοινωνίας θεώσεως» του ανθρώπου. Μόνο μετά την απόλυτη ταυτότητά μας στο δόγμα, μπορεί να ακολουθήσει συζήτηση για τον τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας.

Η διαφορά μας στο δόγμα, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων που σαφώς προκύπτει από τα Πρακτικά τους, θέτει εκτός Εκκλησίας τους Ρωμαιοκαθολικούς, πράγμα που επιβεβαιώνεται και εμπειρικώς από την επί μία χιλιετία διακοπή της μεταξύ μας διαμυστηριακής κοινωνίας.

Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το θεολογικό ερώτημα: Πως θα μπορέσουμε να συζητήσουμε ορθολογικώς στον επικείμενο Θεολογικό Διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς για τη θεσμική-ιεραρχική θέση ενός προσώπου (δηλαδή του Πάπα) εντός Εκκλησίας, ενόσω το πρόσωπο αυτό βρίσκεται ακόμη ουσιαστικά αλλά και τυπικά εκτό της Εκκλησίας.

Αν, παρά ταύτα γίνει θεωρητικά μόνο συζήτηση για το πρωτείο του Επίσκοπου Ρώμης, ας μου επιτραπεί και εδώ να υπενθυμίσω την αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι ποτέ η Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία δεν ανεγνώρισε στον Επίσκοπο Ρώμης πρωτείο αυθεντίας και εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η υπέρτατη αυθεντία στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία ασκείτο πάντοτε και μόνον απο τις Οικουμενικές συνόδους. Άλλωστε, ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δέχτηκε το παπικό πρωτείο, όπως αυτό κατανοήθηκε και ερμηνεύτηκε απο την Α΄ Βατικανή Σύνοδο, η οποία ανεκήρυξε, τον Πάπα ως αλάθητο εκφραστή της συνειδήσεως της Εκκλησίας με δυνατότητα να είναι αντίθετος ακόμη και με τις αποφάσεις Οικουμενικής Συνόδου.

Με αλλα λογία, ο Πάπας στη Λατινική Δύση -με το δογματικώς κατοχυρωμένο και από την Β΄ Βατικανή Σύνοδο «αλάθητό» του και το διεκδίκουμενο πρωτείο εξουσίας σ΄ ολόκληρη την Εκκλησία- έχει πάρει αυθαιρέτως τη θέση του Πνεύματος της Αληθείας στην Παγκοσμία Εκκλησία. Κατά συνέπεια, με την παραπάνω εκκλησιολογικού χαρακτήρα κατανόηση του παπικού πρωτείου εξουσίας ακυρώνεται όχι απλώς και μόνον το συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας, αλλά ουσιαστικά και αυτή η ίδια η παρουσία του Αγίου Πνεύματος σ΄ αυτήν.

Με όσα εν συντομία έγραψα, απευθύνομαι σε Σας … για να Σας, εκφράσω τις εκκλησιαστικού χαρακτήρα ανησυχίες μου και παράλληλα να θέσω υπόψη Σας μία συνοπτική θεολογική αποτίμησή μου για τη μεθοδολογία και το πιεριεχόμενο του συγκεκριμένου διμερούς Θεολογικού Διαλόγου στο πλαίσιο της Μικτής Διε­θνούς επιτροπής. Ευελπιστώ, ότι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος θα Σας φωτίσει να δώσετε τη μαρτυρία του Αγίου Όρους στο σοβαρό αυτό θέμα.

Με βαθύτατο σεβασμό ασπάζομαι την δεξιά Σας

Δημήτριος Τσελεγγίδης Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου

Σχολιάστε

Filed under Πατερικός Λόγος

Εξομολόγηση και Ψυχοθεραπεία


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου
Εισαγωγή
Τί είναι πρόσληψη;
Τί είναι ψυχιατρική;
Τί είναι ψυχολογία;
Τι είναι ψυχοθεραπευτική;
Υπάρχει ορισμός της ψυχής στην Ψυχοθεραπευτική;
Ορισμός της ψυχής, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Πρώτο θεολογικό σημείο.
Δεύτερο θεολογικό σημείο.
Τρίτο θεολογικό σημείο.
Τι είναι οι ψυχοθεραπευτικές μεθοδολογίες;
Μπορούν οι ψυχοθεραπευτικές μεθοδολογίες να γιατρέψουν την ψυχή;
Πώς θεραπεύεται το «εγώ» σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
Ο μισών την ψυχήν αυτού ένεκα εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν.
Μπορεί το Μυστήριο να δεχτεί τεχνικές και μεθοδολογίες;


Έχουμε μπροστά μας ένα θέμα πάρα πολύ καίριο πραγματικά, πολύ λεπτεπίλεπτο, που πρέπει να το δούμε με πλεονάζουσα σοβαρότητα, γιατί ακριβώς αυτή η συγκριτική που θέτει το θέμα μπροστά μας, «Ψυχοθεραπεία και Εξομολόγηση», μπορεί να δημιουργήσει συγχύσεις ή ακόμη και περιττές αντιπαλότητες. Επειδή το θέμα είναι πάρα πολύ μεγάλο, στα λίγα λεπτά που διαθέτω μπροστά μου, θα προσπαθήσω να το σκιαγραφήσω πολύ απλά, πολύ αδρά, να πω πολύ μεγάλες έννοιες με απλά λόγια, να το ορίσω στην αγάπη σας και να ΄χετε  κάποιο στοιχείο, κάποιο επίπεδο, για να μπορείτε όταν γίνονται αυτές οι αναλύσεις να τις καταλαβαίνετε λίγο καλύτερα.
           

Πρώτα-πρώτα, πού στοχεύει αυτή η συγκριτική; Τι στόχο έχει; «Εξομολόγηση ή ψυχοθεραπεία». Πρώτα-πρώτα για ένα ξεκαθάρισμα εννοιών, να ξέρουμε τι έχουμε μπροστά μας και ποιες είναι οι έννοιες, ποιες είναι οι ορολογίες. Τι εννοούμε «ψυχοθεραπεία». Και ένα δεύτερο, πάρα πολύ ουσιαστικό και πολύ καίριο για την Εκκλησία μας, είναι για να μη γίνει πρόσληψη λαθεμένων στοιχείων.  Τι είναι πρόσληψη : ξέρετε, η Εκκλησία μας όταν μπει σ’ ένα χώρο για να κάνει ποιμαντική, όταν κάνει ιεραποστολή, προσλαμβάνει τα στοιχεία του πολιτισμού που είναι εκεί -του τόπου- τη «σάρκα» του τόπου και μέσα σ’ αυτή τη «σάρκα» ορίζει την αγάπη του Θεού. Και ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα, την ανθρώπινη φύση. Έτσι λοιπόν η πρόσληψη είναι ένα καίριο θέμα˙ τι προσλαμβάνουμε. Ό,τι είναι προς πρόσληψη, προς αγιασμό, το προσλαμβάνουμε. Βλέπετε, ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Δεν προσέλαβε την αμαρτία της ανθρώπινης φύσης. Έχουμε εμείς κάτι να προσλάβουμε από αυτούς τους χώρους που γίνονται αυτές οι διεργασίες, ή όχι; Έχουμε να πάρουμε κάτι από όλες αυτές τις μεθοδολογίες που αναπτύσσονται, εμείς, ως νέες τεχνικές προσεγγίσεως των ψυχικών δεδομένων; Πρέπει να τονίσω εκ προοιμίου, για τους χώρους που θα αναφερθώ, της ψυχοθεραπείας ειδικά, ότι όσοι ασχολήθηκαν έχουν ένα καλό κοίταγμα, μια καλή διάθεση, δεν υπάρχει δηλαδή κακότητα. Θέλουν να βοηθήσουν τον σήμερα κουρασμένο και τραυματισμένο άνθρωπο. Γι’ αυτό δεν διαθέτουμε καμία αμφιβολία. Είναι μια προσπάθεια να βοηθήσουν τον άνθρωπο. Αλλά το θέμα είναι το πώς θα βοηθήσουν τον άνθρωπο.
           

Να αρχίσω πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίζω τους όρους. Οι πιο γνωστοί όροι που έχουμε μπροστά μας είναι οι όροι : ψυχιατρική, ψυχολογία και ψυχοθεραπευτική. Διαφέρουν αυτοί οι τρεις όροι. Να πω πού διαφέρουν και τι είναι. Για να ξέρουν και οι χριστιανοί να μη συγχύζονται και μπλέκουν τα πράγματα. Η ψυχιατρική ασχολείται -ως ιατρικός κλάδος- με τις διεργασίες του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος και των νευροδιαβιβαστών. Απλά τα λέω τώρα. Ό,τι αφορά δηλαδή τα σωματικά μεγέθη. Και όπως σεβόμαστε την ιατρική για όλα τα μέλη του σώματός μας, σεβόμαστε και εκείνους που προσεγγίζουν τα οργανικά μεγέθη του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος (ένα όργανο είναι) και των λεγομένων νευροδιαβιβαστών, που είναι μια προσπάθεια που κάνει σήμερα η επιστήμη να βρει βαθύτερες οργανικές διεργασίες, για θεραπεία του ανθρώπου. Είναι ένα οργανικό μέγεθος και, ομολογουμένως, σήμερα ο μεγαλύτερος χώρος της ψυχιατρικής ομολογεί πως ο όρος «ψυχιατρική» είναι ατυχής. Γιατί το περιεχόμενό του είναι σωματικό. Έχουν γραφτεί κείμενα, πάρα πολλά, και στην Ελλάδα μας και στο εξωτερικό για το ατυχές του όρου «ψυχιατρική». Βλέπετε και μόνο ο όρος συγχύζει τα πράγματα. Είναι μια προσέγγιση σωματική. Αυτό το ξεκαθαρίζουμε. Άρα, δεν έχουμε τίποτα με την ψυχιατρική υπ΄ αυτήν την έννοια. Εφόσον προσδιορίζει αρρωστημένο εγκεφαλικό μέγεθος, νευρικό σύστημα ή οτιδήποτε άλλο αφορά το σώμα. Μπορεί, φυσικά, το σώμα να αρρωσταίνει από τις διεργασίες της ψυχής. Μπορεί να το δούμε σε λίγο αυτό, αλλά πιστεύω να καταλάβατε πως η ψυχιατρική είναι ένας κλάδος επιστημονικός, θετικός, κοιτάζει το σώμα˙ απλώς έτυχε κάτω από μια λανθασμένη ορολογία να εκφράζει αυτό που εκφράζει. Εξάλλου σ’ άλλες χώρες δεν μιλάνε καν για ψυχιατρική, μιλάνε για διανοητικές νόσους (mental diseases). Έτσι λοιπόν, δε μας αφορά τώρα η ψυχιατρική, εφόσον η ίδια δεν προσπαθεί να μπει σ΄ άλλους χώρους που δεν τους κατέχει. Είναι σωματική διεργασία, πιστεύω να το καταλάβατε.
           

Δεύτερον, η ψυχολογία. Και εδώ ο όρος είναι ατυχής. Γιατί η ψυχολογία τι κάνει. Διαπιστώνει πώς συμπεριφέρεται ο άνθρωπος κάτω από διάφορες συνθήκες. Δηλαδή, αν ένας εργάτης δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο που έχει θόρυβο, αυτός κουράζεται και αρρωσταίνει, επειδή είναι ο θόρυβος μεγάλος. Βλέπει η ψυχολογία και λέει «όταν υπάρχει θόρυβος, αυτός ο άνθρωπος είναι στενοχωρημένος». Είναι μια παρατήρηση μιας συμπεριφοράς. Τα λέω πολύ απλά. Παρατηρεί απλώς πώς κινείται η ψυχή που δεν την ξέρει. Απλώς παρατηρεί συμπεριφορά. Κοιμάται ένας σ’ ένα χώρο που είναι χωρίς ήλιο. Ε, αισθάνεται λίγο άσχημα. Αυτό το παρατηρεί η ψυχολογία. Είναι παρατήρηση συμπεριφοράς.
           

 Και υπάρχει και η ψυχοθεραπευτική. Είναι η προσπάθεια πια, κάποιων, για να θεραπεύσουν την ψυχή. Μπορεί κι ένας ψυχίατρος να ξεφύγει από τα όριά του και να κάνει ψυχοθεραπεία. Μπορεί κι ένας ψυχολόγος να ξεφύγει από τα όριά του (παρατήρηση απλώς: να πει για ένα παιδί το οποίο είναι σε μια οικογένεια η οποία φωνάζει, κάνει φασαρία, ότι είναι νευρικό στο σχολείο). Είναι μια ψυχολογική παρατήρηση. Αλλά παρατήρηση δεν είναι ο λόγος περί ψυχής. Είναι μια παρατήρηση πώς εκφέρεται η ψυχή. Η ψυχοθεραπεία, λοιπόν, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι η προσπάθεια να θεραπευτεί η ψυχή. Τονίζω πως δεν είναι ανάγκη να είσαι ψυχίατρος για να κάνεις ψυχοθεραπευτική, ούτε ψυχολόγος. Μπορεί να είσαι ένας ψυχοθεραπευτής, ο οποίος εκφράζει διάφορες φιλοσοφικές αντιλήψεις. Η ψυχοθεραπεία είναι μία έκφραση διαφόρων φιλοσοφικών αντιλήψεων περί ψυχής. Και εδώ είναι το επικίνδυνο, γιατί η ψυχοθεραπευτική θέλει να θεραπεύσει την ψυχή και προτείνει μάλιστα και μεθοδολογίες θεραπείας της ψυχής. Γι’ αυτό εκείνο που μας αγγίζει εμάς κι εκεί που μπορεί να γίνει μίξη, όχι σωστή μίξη, με τα θέματα της εκκλησιαστικής ποιμαντικής θεραπευτικής και εξομολογήσεως, είναι η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Τα άλλα -είπα- είναι συγκεκριμένα. Αρκεί κι αυτοί να μην εκτρέπονται (μπορεί ένας ψυχολόγος να κάνει ψυχοθεραπευτική˙ εξετράπη από την παρατήρηση, παρατήρηση συμπεριφοράς είναι).
           

 Έτσι λοιπόν αν καταλάβατε αυτή τη βασική αφετηριακή τοποθέτησή μου εξ απόψεως ορισμών, μπορώ να προχωρήσω. Άρα στέκομαι τι είναι αυτή η ψυχοθεραπεία. Τι τολμάνε να γιατρέψουν. Πώς γιατρεύουν. Το πρώτο ερώτημα: η ίδια η ψυχιατρική αρχίζει να αρνείται τον όρο ψυχή. Δεν τον ξέρει. Τι είναι αυτό που λένε αυτοί ψυχή. Τι ορίζεται ως ψυχή. Όσο μπόρεσα, έχω κοιτάξει και πολλά συγγράμματα και πολλά λεξικά που αναφέρονται σ΄ αυτόν τον χώρο των ψυχο-επιστημών. Ο ορισμός της ψυχής δε δίνεται πουθενά. Ασχολούμεθα δηλαδή με κάτι -αν είμαστε ψυχοθεραπευτές- και δεν ξέρουμε ούτε το περιεχόμενο της αναζητήσεώς μας. Όταν λέω «γεωλόγος» εννοώ αυτόν που ασχολείται με τη γη. Άρα το περιεχόμενο της ερεύνης του είναι η γη. Όταν λέω «βιολόγος» εννοώ αυτόν που ασχολείται με τα του οργανικού βίου του ανθρώπου. Όλες αυτές οι επιστήμες έχουν ένα κέντρο. Ο ψυχοθεραπευτής και φυσικά και ο ψυχολόγος -που απλώς βλέπει τις αντιδράσεις της ψυχής στις διάφορες καταστάσεις- δεν ξέρει το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται. Δεν υπάρχει ορισμός της ψυχής στην ψυχοθεραπευτική. Δεν υπάρχει. Ουδείς. Άρα δεν ξέρουν με τι ασχολούνται. Γι’ αυτό ακριβώς να αρχίσω τώρα να κάνω μια θεολογική προσέγγιση, να σας δώσω τι λέει η Εκκλησία μας και μετά θα κάνω μια συγκριτική.
           

Έχω βρει κάποιους ορισμούς της ψυχής σε κείμενα των πατέρων. Απλώς να παραθέσω δύο από τους πατέρες που προσεγγίζουν την έννοια της ψυχής και δίνουν ορισμό της ψυχής. Υπάρχει ένας απλός ορισμός, αλλά πολύ ουσιαστικός, που δίνεται πρώτα-πρώτα από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Μάλιστα αυτός ο ορισμός είναι γραμμένος σ’ ένα από τα κείμενά του,  τα «Δογματικά Έπη» («Έπη», δηλαδή τραγούδια), που είναι γραμμένα στο πρωτότυπο σε αρχαία Ελληνική γλώσσα και μάλιστα σε ρυθμό αρχαίων και ιαμβικών στίχων, πάρα πολύ δύσκολα γραμμένα, αλλά εγώ θα διαβάσω μετάφραση. Είναι κορυφαία ποιήματα δογματικά. Λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στα «Δογματικά Έπη», περί ψυχής: «Η ψυχή είναι πνοή του Θεού και δέχθηκε σύντροφό της ό,τι έδωσε ο Θεός να τη συντροφεύει», το σώμα δηλαδή. Αυτή είναι η προσέγγιση του Γρηγορίου του Θεολόγου, απλή. «Πνοή έδωσε ο Θεός». Έναν πιο προχωρημένο ορισμό, πολύ προχωρημένο ορισμό, μετά από μερικούς αιώνες απ΄ το Γρηγόριο το Θεολόγο δίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, σε εκείνο το περίφημο βιβλίο του  -εύχομαι όλοι οι Χριστιανοί να το διαβάσουν- που λέγεται «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως», όπου ο  Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βάζει κάτω και αναλύει, απλά και γλαφυρά, τα δόγματα της πίστεώς μας. Γι΄ αυτό λέγεται «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως». Να διαβάσω το κείμενο που γράφει εδώ ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός˙ ορισμός της ψυχής: «ψυχή, λοιπόν, είναι ουσία ζώσα, απλή, ασώματη, αόρατη κατά τη φύση της στα σωματικά μας  τα μάτια, λογική και νοερή, ασχημάτιστη. Ενώ χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα και παρέχει σ’ αυτό ζωή και αύξηση και αίσθηση και γέννηση, χωρίς να έχει αλλού νου στην περιοχή της, αλλά είναι η ίδια καθαρή, αυτεξούσια, θελητική, ενεργητική, τρεπτή, δηλαδή εθελότρεπτη˙ είναι και κτιστή, αφού όλα αυτά τα έχει πάρει κατά φύσιν από το Δημιουργό της, απ΄ όπου πήρε το είναι κατά φύσιν». Κι έτσι είναι. Πολύ βαθύς ορισμός, πραγματικά θα χρειαζόταν μια ώρα για ανάλυση του ορισμού. Προσέξτε τη λέξη «ουσία». Είναι καίρια για την ανάλυσή μας η λέξη «ουσία» που είναι «απλή». Να θυμηθούμε πάλι το Γρηγόριο το Θεολόγο που λέει πως ο Θεός είναι «απλός», δηλαδή δεν έχει διχασμούς μέσα Του. Και εφόσον η ψυχή είναι κτίσμα του,  αλλά είναι εικόνα του Θεού, είναι κι αυτή απλή. Δηλαδή δεν είναι φτιαγμένη να έχει διχασμούς. Και φυσικά είναι αόρατη, λογική και νοερή. Κρατήστε λοιπόν ότι είναι ουσία ζώσα, απλή κι όλα τα άλλα που είπα και φυσικά είναι κτιστή, έχει φτιαχτεί από κάποιον.
           

Παρακαλώ τώρα την αγάπη σας όσο μπορείτε να με ακολουθήσετε σε τρία κεφαλαιώδη σημεία, που αν γίνουν κατανοητά από το πλήρωμα της Εκκλησίας, τότε θα έχουμε στο χέρι μας τα όπλα για τη διαφοροποίηση και τη διάκρισή μας από όλες τις ψυχοθεραπευτικές μεθοδολογίες. Δεν τις λέω ακόμη ποιες είναι. Να ξέρουμε τι έχουμε εμείς ως θησαυρό στα χέρια μας και μετά βλέποντας το άλλο που έχουν οι άλλοι, θα μπορούμε να κάνουμε τη συγκριτική μας χωρίς αντιπαλότητες. Είπα, σέβομαι τον κόπο και τον μόχθο αυτών των ανθρώπων˙ προσπαθούν κάπου να κρατήσουν κάποιους ανθρώπους. Πιθανώς κι απ΄ την αυτοκτονία. Το σέβομαι! Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δέχομαι τη μεθοδολογία ή τους ορισμούς τους. Άλλο που δε λέω ότι είναι βλάσφημοι -δεν ξέρουν, λέω- κι άλλο που εμείς έχουμε μια πλεονάζουσα θεολογία που έχει να δώσει κάλλος και σ΄ αυτό που κι εκείνοι κάνουν. Για να δούμε λοιπόν τρία καίρια σημεία της θεολογίας μας, τα οποία δίνουν πραγματικά απαντήσεις σ’ όλη μας την αναζήτηση. Αυτά που σας παρουσιάζω σήμερα έχω τη μεγάλη χαρά για πρώτη φορά να τα παρουσιάζω σε σας σαν ένα σχεδιάγραμμα ενός μεγάλου βιβλίου που ετοιμάζω γι΄ αυτά τα θέματα. Για πρώτη φορά καταθέτω το πρώτο μου σχέδιο εδώ στην αγάπη σας.
           

Ποια είναι αυτά τα τρία σημεία, τα καίρια, τα θεολογικά. Μίλησαν πολλοί πατέρες της Εκκλησίας μας, επέλεξα ελάχιστα κομμάτια και περικοπές -να μην σας κουράζω- στις κορυφαίες εκφράσεις τους.  Πρώτο θεολογικό σημείο. Γράφει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς κάτι καταπληκτικό, ότι η ψυχή του ανθρώπου έχει ουσία και ενέργεια. Μην μπλέκεστε με τις ορολογίες. Ενέργεια είναι ό,τι βλέπουμε να εκφράζεται: τα αισθήματα, τα συναισθήματα είναι ενεργήματα της ουσίας που δεν την προσεγγίζουμε, μια ουσία που δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε. Ενέργεια είναι όλα αυτά με τα οποία εκφέρεται η συμπεριφορά μας. Ουσία και ενέργεια. Λέει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, η ψυχή των ζώων (προσέξτε, λέει ότι τα ζώα έχουν ψυχή, αλλά τι ψυχή) είναι η ζωή του σώματός τους. Δεν υπάρχει όμως ουσία της ψυχής, είναι μόνο ενέργεια. Πεινούν, πηδούν, χορεύουν, γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο εκτός από τα ενεργούμενα μέσω του σώματος, γι΄ αυτό και όταν διαλύεται το σώμα, συνδιαλύεται και αυτή η ενέργεια μαζί. Είναι μια ενέργεια αυτό. Το λέει και η Αγία Γραφή. Λέει «το αίμα του ζώου ψυχή αυτού εστί». Δεν είναι αυτή η ψυχή που λέμε εμείς, η κατ΄ εικόνα, αλλά είναι μια ενέργεια.  Άρα βλέπετε, έχουμε ουσία και ενέργεια στην ψυχή μας. Μόνο ο άνθρωπος έχει την ουσία. Τα ενεργήματα είναι κάποιες κινήσεις ζωικές. Δεν είναι μόνο σάρκα το ζώο, έχει μία κίνηση, ο Δημιουργός την έδωσε, αλλά είναι μόνο ενέργειες, όχι ουσία. Λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής : «η ψυχή του ανθρώπου κινείται, είναι θρεπτική και αυξητική». (Αυξάνει, κινείται, θρέφεται, αυτό είναι η ενέργεια της ψυχής). Είναι λέει και «ορμητική». Βλέπετε τα ζώα είναι ορμητικά (έχουν και ορμές) και αυτό είναι ενέργεια, αλλά είναι λέει και λογική, έλλογος˙ πάνω στην ψυχή έρχεται και εγκαθιδρύεται η Χάρις του Θεού. Αυτή είναι η ουσία του Θεού. Τα ζώα έχουν το αυξητικό, έχουν το ορμητικό, αλλά δεν έχουν το έλλογο, γι΄ αυτό λέει πάρα πολύ ωραία ο Βασίλειος Καισαρείας, ένας πατέρας της Εκκλησίας που έγραψε μία δική του «Εξαήμερο», ο γνωστός Βασίλειος Καισαρείας (λέω δική του «Εξαήμερο», γιατί άλλοι έγραψαν «Εξαήμερο»): «επειδή τα ζώα δεν έχουν αυτήν την ουσία της ψυχής, ο Θεός αναπλήρωσε την έλλειψη του λογικού με την υπεροχή των αισθητηρίων». Βλέπετε, τα ζώα πηδάνε πιο πολύ από εμάς, τρέχουν πιο γρήγορα από εμάς, κάνουν πράγματα που δεν τα κάνουμε εμείς, γιατί δεν έχουν αυτήν την ουσία της ψυχής, όπου εδράζεται το λογικό, και είναι μόνο το ορμητικό και το θρεπτικό. Αν αγνοήσω την ουσία της ψυχής, όλα τ΄ άλλα τι είναι; Ζωώδεις εκφράσεις: θυμός, νεύρα, ταχύτητα, αγωνία, πεινώ, δεν πεινώ, έχω ανάγκες. Αν βγάλω την ουσία που την ξέρει μόνο η Εκκλησία η οποία έδωσε ορισμό, για ποια ψυχή ομιλώ; Αν δεν ξέρω αυτό το σημείο διακρίσεως ουσίας και ενέργειας της ψυχής του Παλαμά, του Βασιλείου Καισαρείας, του Γρηγορίου Θεολόγου και του  Μαξίμου, τότε πώς προσεγγίζω την ψυχή; Θα δούμε  σε λίγο -μερικά παραδείγματα θα δώσω- ότι όλες οι ψυχοθεραπευτικές μεθοδολογίες αγνοούν το λογικό μέρος της ψυχής και κινούνται στο πώς θα χαλιναγωγήσουν ή και θα ερεθίσουν τα ένστικτα σαν θεραπευτική μεθοδολογία. Αλλά τους λείπει η ουσία του πράγματος. Πώς μπορεί λοιπόν να γιατρέψουν την ψυχή όλη, αφού δεν ξέρουν ότι η ψυχή είναι ουσία και ενέργεια και λένε ότι είναι μόνο ενέργεια; Πιστεύω αυτό να το καταλάβατε.
           

 Δεύτερο θεολογικό σημείο. Δεύτερος ορισμός, και αυτός πολύ απαραίτητος. Έρχεται από το κάλλος της θεολογίας του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού. Θα σας το πω με ένα απλό σχήμα. Λέει, καθετί και φυσικά ο άνθρωπος που έλαβε την ύπαρξη -το είναι- ενώ δεν ήταν τίποτε -από το μη είναι- κινείται. Επειδή τον έφτιαξε μία αιτία και κινείται. Ο άνθρωπος έτσι φτιάχτηκε από το Θεό, κινείται γιατί φτιάχτηκε από το Θεό˙ κινείται, είναι σε μια συνεχή κίνηση. Αυτή  η κίνηση είναι φτιαγμένη από το Θεό για να πηγαίνει τον άνθρωπο στο Θεό. Γι΄ αυτό γίνεται η κίνηση. Είναι μια κίνηση πάντοτε αναγωγική, προς τα πάνω και συνέχεια κινείται ο άνθρωπος προς το Θεό, μέχρις ότου καταλήξει μέσα στο Θεό, όπου, λέει ο μεγάλος θεολόγος Μάξιμος ο Ομολογητής, εκεί  φτάνει σε μία κατάσταση όπου φαίνεται ότι παύει, αλλά δεν παύει. Ο Θεός είναι ατελείωτος, είναι αιώνιος. Δε λέει ο Απόστολος Παύλος «από δόξα εις δόξαν»; Αλλά κάπου αναπαύεται στο Θεό. Που τι σημαίνει; Έγινε άτρεπτος άνθρωπος πια.  Ενώ βλέπετε, κινούμεθα προς το Θεό, αλλά αμαρτάνουμε λίγο από δω, λίγο από κει, μας έρχονται λογισμοί, υποκύπτουμε στους λογισμούς, αλλά κινούμεθα προς το Θεό και η θεραπευτική της Εκκλησίας μας είναι να κινηθούμε προς το Θεό. Η Εκκλησία μας μας βάζει να κινηθούμε : προσευχήσου, κάνε μετάνοια, βάλε το είναι σου, η Λειτουργία, να κινηθείς σ΄ Αυτόν. Και εμείς πέφτουμε. Ανάπαυση στο Θεό σημαίνει πια μια ακινησία που δεν είναι ακινησία, γίνεται ο άνθρωπος άτρεπτος, η ψυχή του πια κινείται και πάλι κινείται. Πού να σταματήσει; Μέσα στο αιώνιο; Μέσα στο απέραντο; Μέσα στο ατέλειωτο; Να λοιπόν κάτι σπουδαίο. Η κίνηση της ψυχής προς το Δημιουργό της ως θεραπευτική τομή. Αγνοώντας την κίνηση αυτή, πώς μπορείς να προσεγγίσεις τη θεραπευτική; Ακούστε τι γίνεται στον κόσμο. Κινούνται οι άνθρωποι οριζόντια. Τρέχουνε. Άλλοι τρέχουν πολύ και κουράζονται και άλλοι επειδή κουράστηκαν πάνε να ξεκουραστούν. Άλλοι δεν κάνουνε τίποτα και μόνο αναπαύονται. Και αυτοί που τρέχουν αρρωσταίνουν και αυτοί που δεν τρέχουν αρρωσταίνουν. Τι λέει η Εκκλησία; Λάθος και τα δύο. Αν τρέχεις, χωρίς να τρέχεις προς το Δημιουργό σου, λάθος τρέχεις. Αν δεν κινείσαι, χωρίς να φτάσεις στην ατρεψία, που είπαμε είναι μια στάση, πάλι αρρώστια είναι. Πώς θα κινηθεί ο τεμπέλης, ο οκνηρός και πώς θα κινηθεί ο δυναμικός και ο δραστήριος; Και οι δυο θα κινηθούν προς το Θεό. Δεν είναι δηλαδή τον τεμπέλη να τον βάλω να δουλέψει, ή αυτόν που δουλεύει πολύ να τον βάλω να ξεκουραστεί λίγο. Και τα δύο είναι αρρώστιες. Αν δεν καταλάβουμε αυτήν την κίνηση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή προς το Θεό, που είναι η μόνη θεραπευτική κίνηση που έχει ο άνθρωπος, δεν κάναμε τίποτα. Ακόμη και στο χώρο της Εκκλησίας. Βλέπετε πώς συνδυάζεται η μετάνοια: εξομολόγηση. Σου λέει, κάνε μια κίνηση. Να κινηθεί το σώμα. Τι είναι η γονυκλισία; Τι είναι η νηστεία; Τι είναι η ενατένιση με το μάτι, της εικόνας; Τι είναι όλες αυτές οι σωματικές πράξεις που κάνουμε στην Ορθοδοξία μας και πολλοί άλλων ομολογιών δεν τις καταλαβαίνουν; Είναι η κίνηση του όλου ανθρώπου προς το Θεό. Τι είναι αυτός ο συνεχής κύκλος των ακολουθιών της Εκκλησίας μας; Η κίνηση πρωί, μεσημέρι, βράδυ: Μεσονυκτικό, Απόδειπνο, Όρθρος, Εσπερινός. Μια συνεχής  κίνηση: Ώρες˙ Πρώτη, Τρίτη, Έκτη, Ενάτη. Μια συνεχής ενεργοποίηση προς Αυτόν, προς το Θεό. Αυτό το σημείο λοιπόν της κινήσεως για μια στιγμή ο Μάξιμος ο Ομολογητής το λέει (είπα αναπαύεται), το λέει και λίγο αλλιώτικα ο Μάξιμος. Βλέπετε «στάση» δεν είναι καλή λέξη. Το λέει «έκσταση». Είναι μια άλλου είδους  στάση. Μες το Θεό. Και ενώ αναπαύεσαι είσαι εκεί μέσα. Και επειδή ο Θεός είναι απέραντος, συνέχεια κινείσαι «από δόξα εις δόξαν». Άρα, η θεραπευτική της Εκκλησίας μας, η μοναδική θεραπευτική, αυτό το μέγεθος το ορίζει ως θεραπεία. Βλέπετε, πρώτα ήταν η ουσία και η ενέργεια και μετά έρχεται αυτή η κίνηση, η συνεχής κίνηση προς το Θεό. Αν κάποιος δεν ορίσει τον υπό θεραπεία κάτω απ’ αυτήν την κίνηση, απλώς τον ταλαιπωρεί από δω κι από κει. Τον συγκρατεί, να μην αυτοκτονήσει, να μην απογοητευτεί, να μην καταστρέφει τον κόσμο. Καλά κάνει και τον συγκρατεί, αλλά δεν μπορεί πάντα να τον συγκρατεί, αν δεν τον βάλει σ’ αυτή την κίνηση. Να, βλέπετε μια άλλη ειδοποιός διαφορά. Καίρια, ανεπανάληπτη διαφορά της Εκκλησίας μας απ’ οποιαδήποτε ψυχοθεραπευτική διαδικασία και ας έχει τις καλύτερες προθέσεις. Το ξαναλέω˙ δε θέλω να παρεξηγηθώ. Οι άνθρωποι έχουν καλές προθέσεις και κουράζονται και ιδρώνουν κοντά στους ανθρώπους, κουράζονται πραγματικά. Αλλά δεν είναι η έξοδος της τραγωδίας εκεί που ψάχνουν απλώς.
           

  

Και ένα καίριο σημείο, το τρίτο σημείο το θεολογικό, μπορεί να δώσει αυτή τη διαφορά. Είναι κάτι πράγματι καταπληκτικό, που είναι γραμμένο από τους μεγάλους αυτούς πατέρες, το Μάξιμο και τον Παλαμά. Να διαβάσω το κείμενο του Μάξιμου. «Ο Θεός», λέει, «ο οποίος δημιούργησε την ανθρώπινη φύση, δεν έβαλε μέσα της ηδονή» -μην το παρεξηγήσετε, ακούστε πώς το ερμηνεύει- «αλλά κάποια νοερή δύναμη προς ηδονή». Θέλω να σταθώ ένα λεπτό, έχει καίρια σημασία. Είμαστε γεμάτοι από αισθήσεις. Βλέπουμε, ακούμε, αισθανόμαστε τα πάντα, όλα είναι αισθήσεις. Οι αισθήσεις είναι απ΄ το Θεό, αλλά ο Θεός, λέει, δεν έδωσε ηδονή στην κάθε αίσθηση. Προσέξτε, έδωσε κίνηση προς ηδονή προς το Θεό. Αν οι αισθήσεις στραφούν στο Θεό και κινηθούν προς το Θεό, όλες οι αισθήσεις -αυτό που κάνει η Ορθοδοξία μας. Ο άνθρωπος έχει μέσα του την κίνηση προς ηδονή, το΄χει μέσα του, αλλά τι ηδονή; Αυτή η ηδονή του «εράσθαι τον Θεόν», λέει ο Μάξιμος, να αγαπάς το Θεό. Αν έχουμε την κίνηση προς ηδονή, όλα τ΄ άλλα είναι αισθήσεις (η γεύση κτλ), αν η κίνηση για ηδονή δεν πάει στο Θεό, υπάρχει όμως μέσα, τότε στρέφεται και γίνεται ηδονή των αισθήσεων και εκεί αρχίζει η αμαρτία. Βλέπετε, καίριο σημείο αυτό σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία και μάλιστα τονίζει ο Μάξιμος «και επειδή είδε ο Θεός πως ο άνθρωπος έτρεψε όλη την ηδονή, την κίνηση προς ηδονή που είχε προς το Θεό, την έτρεψε τώρα προς τις αισθήσεις του, ο Θεός έβαλε ένα φάρμακο και ένα θεραπευτήριο, σπουδαίο θεραπευτήριο, έβαλε την οδύνη, όπου μες την οδύνη και τον πόνο  η ηδονή που πάει να ξεσπάσει, να γίνει κάτι κυρίαρχο αρχίζει και υποτάσσεται. Έβαλε λοιπόν την οδύνη ως φάρμακο. Ήρθε η οδύνη και καλύπτει την ηδονή του ανθρώπου. Αυτά τα τρία καίρια σημεία τα θεολογικά -επιτρέψτε μου να τα επαναλάβω απλώς να τα θυμάστε για τη συνέχειά μας, γιατί εκεί θα στηριχθούμε- ορίζουν την ουσιαστική διαφορά του μυστηρίου της Εκκλησίας, της θεραπευτικής της, από οποιαδήποτε άλλη καλοπροαίρετη και έντιμη κατά τα κοσμικά προσπάθεια θεραπευτικής. Τονίζω πρώτα˙ η διαφορά ουσίας και ενέργειας στην ψυχή. Ενέργειες είναι οι εκφράσεις οι εξωτερικές, ουσία είναι το έλλογο. Ορίζω το δεύτερο˙ η κίνηση προς το Θεό και καμία άλλη κίνηση δεν θεραπεύει τον άνθρωπο παρά μόνο η κίνηση προς το Θεό, όπως τα όρισα από τον Μάξιμο τον Ομολογητή, η κίνηση που γίνεται παύση, έκσταση και ξανά κίνηση. Και τρίτον˙ η δομή της ηδονής, η τάση για την ηδονή, που επειδή δεν την έχουμε προς το Θεό, δεν έχουμε αυτήν την κίνηση να αγαπήσουμε το Θεό ως ηδονή, αυτό ξεσπάει στα οριζόντια μεγέθη. Και θαρρείς και κρατάς στα χέρια σου έναν πύραυλο που πρέπει να εκτοξευτεί προς τα πάνω, αν αποτύχει η διαδικασία της εκτοξεύσεως, σκάει κάτω οριζόντια και συντρίβει τα πάντα στο γύρω περιβάλλον. Αυτό γίνεται. Αυτή η δύναμη για ηδονή που έδωσε ο Θεός, αλλά ηδονή του «εράν Αυτόν», του αγαπάν Αυτόν και είναι η κίνηση προς ηδονή, βλέπετε λέει κίνηση. Κινείσαι στο Θεό και μετά έρχεται αυτή η ηδονή. Αν δεν εκφραστεί προς τα πάνω, επειδή έχει αυτό το δυναμικό, ξεσπάει προς τα κάτω και περνάει μέσα σ΄ όλες τις αισθήσεις του ανθρώπου και ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος της ηδονής. Όλα που λέμε, γαστριμαργία… Αυτή η έκρηξη είναι πια. Τρία λοιπόν καίρια θεολογικά σημεία.
           

 Τώρα να δούμε τι κάνει η οποιαδήποτε ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Ξεκαθάρισα την ψυχιατρική ως σωματικές διεργασίες, ξεκαθάρισα την ψυχολογία ως απλώς παρατήρηση πώς συμπεριφέρεσαι και μένει αυτό μόνο, η ψυχοθεραπεία της σύγχρονης κοινωνίας. Οι ψυχοθεραπευτές αυτά που σας είπα δεν τα ήξεραν. Κανονικά έπρεπε να τα ξέρουν, αφού μιλούν για ψυχή, εφόσον μελετούν την ψυχή- πράγμα που δεν το όρισαν, εμείς το ορίσαμε με την ορολογία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού- θα΄ πρεπε τουλάχιστον να ψάξουν, τι έχουν πει οι προηγούμενοι αιώνες περί ψυχής. Ξεκίνησαν λοιπόν χωρίς να ξέρουν αυτήν την ιστορία. Και άρχισαν να κάνουν υποθέσεις. Γιατί ο άνθρωπος είναι έτσι; Έβαλαν ορολογίες, δύο βασικές ορολογίες είναι : «νευρώσεις», «ψυχώσεις». Δεν θα μπω στην ανάλυσή τους. Δε θέλω να σας κουράσω. Ποια είναι η αιτία της νευρώσεως; Η μεγάλη αγωνία των ψυχοθεραπευτών˙ πώς θα θεραπεύσουν τη νεύρωση. Βλέπουν τον άνθρωπο κουρασμένο, διαλυμένο. Προσέξτε τώρα το καίριο σημείο. Άρχισαν να κάνουν υποθέσεις. Η υπόθεση είναι πάντα υπόθεση. Η υπόθεση έχει μέσα της μια φιλοσοφική πρόταση, είναι υπόθεση. Και είπαν η αιτία είναι αυτή, αυτή κι αυτή. Και είπαν 200 και 300 αιτίες, γι’ αυτό σήμερα μπορεί να έχουμε 200 και 300 σχολές ψυχοθεραπευτικής. Ο καθένας πιάνει κάτι. Μπορεί κάπου να ΄χει ένα στοιχείο αλήθειας. Και ξεκινώντας η οποιαδήποτε σχολή να θεραπεύσει, ξέρει εκ προοιμίου τι είναι η αιτία. Απλώς προσπαθεί να τ΄ αποκαλύψει. Αν πει ένας ότι είναι εγωισμός, αυτό˙ αν πει ένας ότι είναι το σεξουαλικό, αυτό. Ξέρει από πριν τι είναι σαν υπόθεση φιλοσοφική και ψάχνει να βρει αυτό που όρισε. Και εδώ είναι το μπλέξιμο, ότι όλες οι ψυχοθεραπευτικές μεθοδολογίες είναι φιλοσοφικές μεθοδολογίες. Δεν είναι επιστημονικές προσεγγίσεις. Δεν έχουν καμιά σχέση με την ψυχιατρική (με τον εγκέφαλο, με το νευρικό σύστημα, με τους νευροδιαβιβαστές). Καμιά σχέση. Απλώς μένει η λανθασμένη ορολογία «ψυχιατρική». Άλλο αυτό και άλλο η φιλοσοφία περί της παθήσεως. Θα τονίσω κάτι πάλι πάρα πολύ καίριο. Λένε αυτοί «μα ας μην ξέρουμε τον ορισμό της ψυχής, κτιστή δε λέτε ότι είναι η ψυχή; Κτιστή δεν είναι; Ο Θεός μόνο είναι άκτιστος, κτιστή είναι. Ωραία. Το καθετί κτιστό είναι ερευνώμενο», λένε. Ξέρετε τι λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός; Ότι «παν κτιστόν μη ερευνώμενον». Μα, τι λες Ιωάννη; Αφού είναι κτιστό υπόκειται σε έρευνα, σε μικροσκόπιο, σε παρατήρηση. Ερώτηση: δε μου λέτε, οι ουράνιες δυνάμεις των Αρχαγγέλων είναι κτιστές ή όχι; Κτιστές είναι. Ερευνώνται; ΟΧΙ. Άρα παν κτιστόν μη ερευνώμενον. Και συνεχίζει ο ίδιος Άγιος: «Τι είναι το ομοειδές των ανθρώπων με τις ουράνιες δυνάμεις;» Αυτή η νοερή κίνηση στο Θεό, που δεν την έχουνε την ουσία της ψυχής τα ζώα είπαμε, μόνο ενέργειες έχουνε. Βλέπετε, το μη ερευνώμενο από τον άνθρωπο είναι η ουσία της ψυχής που είναι κτιστή μεν, αλλά μη ερευνώμενη. Κατά το ομοειδές με τις ουράνιες δυνάμεις. Άρα η ψυχή δεν ερευνάται. Όποιος τολμήσει να πει ότι είναι υποκείμενο ερεύνης, κάνει λάθος. Κτιστό, αλλά μη ερευνώμενο. Εάν λοιπόν προσπαθούν να την βρουν την ψυχή, δεν μπορούν να την ερευνήσουν. Θα πούνε κάποιοι : μια μέρα θα έρθει μια επιστημονική μεθοδολογία που θα την ανακαλύψει. Όχι, ποτέ. Ενέργειες θα προσδιορίζει. Όχι ουσία ψυχής. Ενέργειες, αυτό που βλέπουμε. Να λοιπόν η κάθε σχολή έρχεται τώρα να κάνει προτάσεις, προτάσεις περί θεραπείας. Και αρχίζει ο μεγάλος κυκεώνας πια της ψυχοθεραπευτικής.
           

 Θα σας δώσω μερικά υποδείγματα, μερικές νύξεις απ΄ όλες αυτές τις σχολές, να πάρετε μια μικρή γεύση. Και τονίζω, παρόλες τις έντιμες προσπάθειες πολλών απ΄ αυτούς. Αλλά είναι αδύνατον και την ψυχή να ερευνήσουν και να δώσουν στην ψυχή αυτά που σας είπα: ουσία, το λογικό που είναι του Χριστού μας, την κίνηση προς το Θεό και την κάλυψη της ηδονής -προς τα πού; Όλες λοιπόν οι προτεινόμενες προτάσεις τους κινούνται στο επίπεδο το οριζόντιο. Βλέπουν τον άνθρωπο, τον έξω  από το Θεό, και πάνε να τον γιατρέψουν. Πώς; Η ουσία; Η κίνηση; Η ηδονή; Όλες οι θεωρίες αυτές -από όλες αυτές κάπου 25 κυριαρχούν στην Ελλάδα σήμερα- όλες, μα όλες, προσεγγίζουν τον άνθρωπο χωρίς το κάλλος αυτών των τριών μεγεθών που σας είπα. Άρα, αδύνατον να γιατρευτεί η ψυχή.

Να λοιπόν μερικά παραδείγματα. Το πρώτο γνωστό παράδειγμα, το πολύ γνωστό παράδειγμα, το Φροϋδικό, του πατέρα αυτών των ψυχοθεραπευτικών μεθοδολογιών. Προσέξτε, ψυχίατρος ήταν, αλλά εγκαινίασε το χώρο του συνδυασμού της ψυχοθεραπευτικής με την ιατρική. Άρα έγινε φιλόσοφος. Εκεί δεν είναι επιστήμων. Είναι φιλόσοφος. Προσέξτε.  Το τονίζω˙ η κάθε ψυχοθεραπεία είναι φιλοσοφική προσέγγιση, γι΄ αυτό σήμερα στην Ελλάδα πολλοί ψυχοθεραπευτές δεν είναι γιατροί. Μπορεί να περάσουν από  ένα σεμινάριο ενός χρόνου, ενάμισι χρόνου και να γίνουν ψυχοθεραπευτές. Μπορεί να πάτε σε μια σχολή κοινωνικών λειτουργών, να πάρετε ένα μάθημα ψυχοθεραπευτικής και να γίνετε ψυχοθεραπευτής, ως κοινωνικός λειτουργός. Είναι φιλοσοφική προσέγγιση, το τονίζω. Να λοιπόν ο Φρόυντ, μη γνωρίζοντας αυτό το ανοδικό, προσδιορίζει πολύ σωστά ότι η ρίζα του πράγματος είναι στα ένστικτα, λέει. Στην ηδονή, σωστά το προσδιορίζει. Στα ένστικτα. Και εκεί βάζει τον όρο «υποσυνείδητο». Είναι μέσα, είναι κρυμμένο μέσα. Και επειδή υπάρχουν κάποιοι ορισμοί απ΄ την κοινωνία, υπάρχουν νόμοι, υπάρχουν εντολές, ε, τις φοβάσαι λίγο και δεν εκδηλώνεις τα ένστικτά σου αυτά, τα φοβάσαι. Αυτές τις εντολές τις λέει «υπερεγώ», πάνω από μένα και με καταπιέζουν. Και λίγο η καταπίεση του νόμου, της ηθικής, λίγο οι ορμές μου, ε, αυτό που βγαίνει στη μέση είναι το «εγώ», τι εμφανίζομαι εγώ. Θέλω μερικά πράγματα να κάνω με τα ένστικτα, με εμποδίζει ο νόμος και η ηθική και είμαι αυτό το «εγώ», το καταπιεσμένο «εγώ». Κι αρχίζει να λέει ποια είναι τα πιο κυρίαρχα ένστικτα. Και βάζει το σεξουαλισμό. Βλέπετε, έτσι ξεκινάει. Κάνει σωστό προσδιορισμό, τα ένστικτα, αλλά ποια ένστικτα;   Πώς θα θεραπεύσει αυτά τα ένστικτα; Δεν έχει το ανοδικό, την κίνηση προς το Θεό, δεν έχει την ηδονή-οδύνη. Πώς θα γιατρέψει; Δεν μπορεί.

Και αρχίζει πια η πρόταση της κάθε σχολής να είναι ή παράλληλη με το Φρόυντ ή λίγο διαφορετική. Εδώ στο δικό του μέγεθος, το ξέρετε πολύ καλά, είναι να αρχίσεις να λες τη ζωή σου, να λες, να λες. Για πάρα πολύ καιρό. Η βασική, αρχαία, πρωτογενής μέθοδος του Φρόυντ ήταν μέχρι 5-6-7 χρόνια να κάνεις την κουβέντα αυτή και σιγά-σιγά να αναδυθεί από μέσα σου, να απελευθερωθείς απ΄ τα ταμπού, από όλο αυτό το «υπερεγώ» που σε καταπιέζει, νόμοι ηθικοί -μόνο στον ψυχοθεραπευτή τα λες-  βγαίνει, βγαίνει, βγαίνει και θα βγει από μέσα σου αυτό (το υποσυνείδητο). Και θεραπεία; Αν ο προσδιορισμός είναι το σεξουαλικό ένστικτο, πώς θα το θεραπεύσει; Τι θα γίνει μ΄ αυτή την ηδονή; Πού θα στραφεί αυτή η ανώμαλη ηδονή; Πού θα τη στρέψεις; Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Υπάρχει μια φοβερή διαδικασία, η οποία μάλιστα περνάει και από μια άλλη φιλοσοφική μέθοδο, που λέγεται «μεταβίβαση», όπου ο άρρωστος έχει μια σχέση ιδιότυπη με τον θεραπευτή του. Μια σχέση όπου ο θεραπευτής παίρνει τη θέση του γονιού. Ή παίρνει ιδεατά και τη θέση του εραστή, όπου ο θεραπευόμενος -αυτό είναι βασική μεθοδολογία της κλασικής φροϋδικής προσέγγισης- εξιδανικεύει το γιατρό του, το θεραπευτή του. Και εξιδανικεύει και έχει ένα πρότυπο επιτέλους στη ζωή του. Γιατί δεν το ΄χε ποτέ. Γιατί έχει περάσει και από αυτά τα ένστικτα τα εσωτερικά που και λάθος εκφράστηκαν και βρίσκει ένα πρότυπο επιτέλους στη ζωή του. Γιατί δεν το ’χε ποτέ. Και αρχίζει αυτή η φοβερή ιστορία της «μεταβίβασης», όπου γίνεται μια δέσμευση του προσώπου του θεραπευόμενου με το πρόσωπο του θεραπευτή και αυτό θέλει χρόνια διαδικασία. Βλέπετε, ένας στοιχειώδης προσδιορισμός του σεξουαλικού ενστίκτου χωρίς θεραπευτική και με λάθος μεθοδολογία.
Να, αν τολμούσαμε, μερικές άλλες παρατηρήσεις.

 

 Η γνωστή ιστορία του Άντλερ. Λέει είναι το ένστικτο της ανωτερότητας. Δε λέει πώς γιατρεύεται. Λέει να βρω πού είναι αυτό και να δω πόσο σωστά θα εκφραστεί. Εδώ είναι η μεγάλη ιστορία. Εμείς το λέμε εγωισμό αυτό. Πώς θα γιατρευτεί αυτό; Πού θα πάει το «εγώ»; Λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής: το «εγώ» θα πάει στο Θεό και θα γίνει πραγματικό «εγώ». Χωρίς το Θεό είναι ένα ηδονικό «εγώ». Βλέπετε, το «εγώ» πάλι. Να βρεθεί μπρος το Θεό. «Εγώ ειμί ο Ων» και εσύ -που είσαι εσύ, το πλάσμα- βρίσκεις τον «εγώ ειμί ο Ων». Αλλά αυτό είναι ένα ταπεινό, ταπεινούμενο «εγώ» και βρίσκεις το πρόσωπό σου μπρος το Θεό. Τι θα γίνει πια αυτό το «εγώ»; Πού θα εκδηλωθεί; Τρόποι, μηχανισμοί, για να καθηλωθεί. Ρωτάει ο Φρόυντ: «Πώς έφτασε ο άνθρωπος σ΄ αυτή την κατάσταση; Πώς έφτασε; Φταίει το σεξ». Λέει ο Άντλερ : «Τι προσπαθεί να πετύχει ο άρρωστος μ΄ αυτό που κάνει; Ε, να γίνει ηγέτης». Κι έρχεται ένας τρίτος, ο Γιουνγκ που λέει τι συμβολίζει αυτό που κάνει ο άνθρωπος. Αρχίζουν οι συμβολισμοί. Μπαίνει σε μια χαώδη διαδικασία. Τι συμβολίζει αυτό που κάνεις; Μπορεί κάτι να συμβολίζει. Αλλά δεν είναι εκεί η θεραπεία. Και μετά από κει πια, αρχίζει μια ολόκληρη ιστορία, υπάρχουν αυτοί οι μαθητές του Φρόυντ που αρνούνται το Φρόυντ και κάνουν δικές τους σχολές. Λέω, παραδείγματος χάριν, ο Ότο Ρανκ λέει το τραύμα της γέννησης.  Ένα παιδί, την ώρα που γεννιέται, περνάει ένα σοκ κι αυτό του μένει για πάντα. Και οτιδήποτε παθαίνει, όποιο ψυχολογικό πρόβλημα, είναι αυτό το τραύμα της γέννησης, συνεχώς. Η γέννηση, λέει, είναι η αιτία του αρχέγονου άγχους. Βλέπετε, το ότι βγαίνεις από τη μήτρα της μητέρας σου και πας στον έξω κόσμο είναι ένα σοκ, λέει. Κι αυτό καθορίζει τη ζωή σου. Το λέει ο Ρανκ. Ο  Θεοντόρ Ράιχ λέει κάτι άλλο. Και μάλιστα έχει γράψει ένα βιβλίο που λέγεται «Ακούγοντας με το τρίτο μάτι». Η έλλειψη μητρικής φροντίδας στα πρώτα στάδια της ζωής μας. Μεταθέτει την προηγούμενη θεωρία, το τραύμα της γέννησης στα πρώτα χρόνια, τις πρώτες εβδομάδες της ζωής μας. Μια μητέρα που ήταν λίγο ανέμελη, δούλευε, δεν είχε το παιδί κοντά της κτλ, το ψάχνει, το ψάχνει ο ψυχοθεραπευτής… Αν πας δηλαδή σε μια σχολή των Ραϊχιστών, αυτοί εκ προοιμίου ξέρουν ότι είσαι νευρωτικός, γιατί αυτό οφείλεται στην έλλειψη της μητρικής φροντίδας στα πρώτα έτη της ζωής σου και ψάχνουν εκεί την ιστορία. Κι αν δεν είναι έτσι; Και μπορεί μια περίπτωση να είναι και έτσι. Αλλά εκεί είναι η θεραπεία; Και το βρήκε. Μία περίπτωση μπορεί να είναι κι έτσι. Μπορεί και κάτι να είναι έτσι. Αλλά δεν είναι όλα έτσι.
           

 Ή θα πάτε σε άλλες μεθοδολογίες, όπως ο Έριχ Φρομ, ο γνωστός Έριχ Φρομ που λέει «για να θεραπευτεί ένας άνθρωπος, δεν αρκεί να θεραπευτεί ένας άνθρωπος. Πρέπει να θεραπευτεί όλη η κοινωνία. Γιατί η κοινωνία είναι το παν που ορίζει τα μεγέθη». Ε, πώς θα θεραπευτεί η κοινωνία; «Πρέπει όλοι να περάσουν από ψυχανάλυση», λέει. Μα, μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα; Αυτό έχει μια απολυτότητα. Δεν μπορεί να γίνει. Η Εκκλησία τι λέει; Κι εμείς θέλουμε την εν Χριστώ κοινωνία, όλον τον κόσμο να είναι εν Χριστώ κοινωνία. Θεραπεύουμε το πρόσωπο κι αυτό μεταμορφώνει την κοινωνία. Αλλά, το πρόσωπο πώς θεραπεύεται; Με την κίνηση, με την οδύνη, με την άσκηση και τον πόνο. Είναι μια κάθετη άποψη που δεν έχει τίποτε να πει. Ακούστε τι λέει ένας τρομερός ψυχοθεραπευτής, ο Βίλχελμ Ράιχ. Λέει ότι η αιτία της νευρώσεως είναι ότι δεν εκφραζόμαστε σωματικά, ότι δεν αφήνουμε το σώμα μας να εκφραστεί. Και η απόλυτη έκφραση είναι η απόλυτη σεξουαλικότητα. Η έκρηξη της σεξουαλικότητας, λέει ο Βίλχελμ Ράιχ. Η έκρηξη, μια έκρηξη και πρέπει όλο αυτό να εκφραστεί. Ακούστε τη θεραπευτική μέθοδο του Ράιχ: να ουρλιάζεις, να χτυπιέσαι -συγνώμη γι΄ αυτά που θα πω- να κάνεις καταναγκαστικό εμετό, να κάνεις αυνανισμό, να κάνεις αμοιβαίο αυνανισμό, αμοιβαίο σεξ και ομαδικό σεξ. Να ξεσπάσει το σώμα. Εδώ δε μιλάμε καν για την τάση προς ηδονή, εδώ είναι πια όλη η ηδονή βαλμένη σε μια έκφραση προς τα έξω. Τι θα γιατρέψει αυτό το πράγμα; Τι σχέση έχουν αυτά μ΄ όλο το κάλλος της Εκκλησίας μας; Δυστυχώς η ώρα πέρασε ήδη για να διαβάσω κείμενα των πατέρων. Όλα αυτά τα κείμενα των πατέρων για όλες αυτές τις θέσεις θα τα καταθέσω σ΄ αυτό το ταπεινό πόνημα που ετοιμάζω.
           

 Κι έρχονται πολλές άλλες θέσεις, η υπαρξιακή ανάλυση, το πρόβλημα γιατί ζούμε, γιατί υπάρχουμε, η αγωνία του ανθρώπου, του Ρόλλο Μέη. Έρχεται μια άλλη θεωρία, η οποία λέει ότι ο άνθρωπος  κατανοείται μόνο υπό τη βάσει της ολότητάς του, πρέπει να καταλάβεις πού ζει, πώς είναι, γιατί είναι έτσι, τι τρώει κτλ., μόνο έτσι θα θεραπεύσεις. Λέγεται μορφολογική θεραπεία αυτή. Πολλά ονόματα˙ ορθολογική ψυχοθεραπεία του Άλμπερτ Έλλις : αδυναμία να αποδείξουμε τίποτα στη ζωή μας, ανάλυση του Μάσλοου : αν αυτοπραγματωθούμε, τότε σώζουμε τη ζωή μας, η ανάλυση του Έρικσον. Απίθανες υποθέσεις. Τα ΄χω μπροστά μου και ζαλίζομαι που τα βλέπω. Και όλη αυτή η ιστορία καταλήγει μετά σε μια μετεξέλιξη, στην ομαδική ψυχοθεραπεία,            όπου είδαν ότι έλεγαν θεωρίες ο καθένας, θεωρίες, και ο κάθε ασθενής μπορεί να ήταν κάπου αλλού, σ΄ άλλο χώρο να ήταν, κάποια αιτία να είχε. Λέει να τους βάλω όλους μαζί και αν ακουστούν όλες οι περιπτώσεις, θα ΄χουμε το μαζικό. Κι ακούς 20 αιτίες αρρώστιας και λες όλες είναι δικές μας. Ο ένας φωνάζει «έχω αρρωστήσει απ΄ τη μητέρα μου», ο άλλος «έχω αρρωστήσει γιατί δεν εξέφρασα το σώμα μου», ο άλλος «γιατί είχα αυτό το στάδιο του σοκ της γεννήσεως», άλλος «γιατί είχα το σεξουαλικό». Τ΄ ακούς όλα αυτά σε μια ομάδα και σου λέει: «κάπου μέσα σ΄ όλα αυτά είσαι και συ». Και μπαίνεις με μία αρρώστια και βγαίνεις με είκοσι. Ένα απέραντο χάος, που δεν έχει να δώσει τίποτε σ΄ αυτήν μας την αναζήτηση.
           

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη ανάλυση, να πω δυο-τρία πράγματα καταληκτήρια. Μπορεί κάπου να σας βοηθήσουν. Θα καταλάβατε πρώτα-πρώτα πως σε αυτές τις θεραπείες (που σας λέω οι άνθρωποι είναι έντιμοι, ψάχνουν να βρουν κάτι να βοηθήσουν τους ανθρώπους – αλλά πώς;) δε γίνεται λόγος για θεραπεία των παθών, των ορμών, για την ψυχή, για την άσκηση, για το λόγο, για την ηδονή, για τίποτε απ΄ όλα αυτά. Κανένας λόγος δε γίνεται. Και τελικά θυμάμαι αυτό που είχε πει ο Χριστός σε εκείνον τον καταπληκτικό του λόγο και οι πατέρες τον ερμηνεύουν. Ερμηνεύσατε ποτέ το λόγο του Χριστού μας, όταν έλεγε «όποιος θέλει να σωθεί, να μισήσει την ψυχή αυτού»; «Ο μισών την ψυχήν αυτού ένεκα εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν». Το σκεφτήκατε ποτέ; Τραγικό δεν είναι; Να το λέει ο Χριστός;   «Ο μισών την ψυχήν αυτού». Μα τι λες, Χριστέ μου; Την ψυχή μας έδωσες. Και λένε οι πατέρες με ένα φοβερό κάλλος, ερμηνευτικό: «μα την ψυχή που κινείται χωρίς ουσία και μόνο με τις ενέργειες, κατά τα ζωικά της μεγέθη». Γι΄ αυτό «ψυχή φάγε, πίε, ευφραίνου, έχεις πολλά αγαθά». Βλέπετε; Οι ενέργειες. Και η πλεονάζουσα ενασχόληση με την ψυχή, χωρίς την         κίνηση, χωρίς  την ουσία  και χωρίς τον πόνο  και την  οδύνη. «Ο μισών την ψυχήν  αυτού». Θα μισήσεις αυτήν την ψυχή, με την οποία ασχολείσαι γύρω, γύρω, γύρω, κατά τα ενεργήματα, θα αφήσεις αυτό που ξέρεις και θα πας στη λογοποίηση της ψυχής σου (ουσία), στην κίνηση προς το Θεό (το δεύτερο θεραπευτικό μέγεθος) και τρίτον σ΄ αυτή την έκφραση του ξεπεράσματος της ηδονής δια της στροφής στο Θεό και της οδύνης, τον πόνο τον ασκητικό. Κι έρχεται πια το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Εκεί να ορίσετε τη θεραπευτική. Και να πάει σ΄ άλλο χώρο τον πιστό. Λένε, τι μου βάζει κανόνα; Αυτός είναι ο κανόνας: στροφή στο Θεό, του σώματος, των αισθήσεων, όλης της υπάρξεώς μου, η λογοποίηση της ψυχής, να βρεθεί μέσα ο Λόγος Χριστός και τότε πια δεν είναι η ψυχή που λέει «ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά», είναι η ψυχή που λέει «ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις;» Βλέπετε τη διαφοροποίηση; Είναι Μεγάλη Σαρακοστή. Και πια το Μυστήριο δε δέχεται τεχνικές αυτών των μεθοδολογιών. Τι τεχνική; Ποια τεχνική; Οι τεχνικές είναι οι φιλοσοφικές εκφράσεις και προσπάθειες να συγκρατήσουμε τον άνθρωπο από το να μην ξεσπάσει από τα πάθη του πιο πολύ, οριζόντια. Καμιά τεχνική δεν μπορούμε να δανειστούμε. Κι έρχομαι σ΄ αυτό με το οποίο ξεκίνησα. Ναι, δεν μπορούμε να προσλάβουμε τίποτα απ΄ όλα αυτά, από μεθοδολογίες. Δεν είναι δυνατό. Δεν το δεχόμαστε. Άλλο ότι η Εκκλησία για να κάνει Λειτουργία μπορεί να πάρει το πρόσφορο κι απ΄ το φούρνο, μια πρόσληψη είναι. Το υποστήριξαν αυτό μερικοί. Όχι εδώ. Δεν έχουμε να προσλάβουμε μεθοδολογία. Να προσλάβουμε από την ψυχιατρική πώς λειτουργεί  ο εγκέφαλος, οι νευροδιαβιβαστές, να καταλάβουμε μερικά πράγματα παραπάνω, ακόμη κι απ΄ τον ψυχολόγο˙ «να, ένα παιδάκι το οποίο είναι σε μια οικογένεια όπου είναι καταπιεσμένο, στο σχολείο είναι στενοχωρημένο», να τ’ ακούσουμε σαν μια παρατήρηση. Να τ΄ ακούσουμε. Αλλά μεθοδολογία ψυχοθεραπευτική δεν μπορούμε να προσλάβουμε. Είναι άνομο για την Εκκλησία μας. Δεν μπορεί να μπει στο Μυστήριο μέσα καμιά τέτοια δομή κατά τα μέτρα πολύ απλά που σας τ΄ ανέλυσα.
           

 Ήταν πολύ μεγάλα θέματα, προσπάθησα να τα απλοποιήσω, να τα κάνω μικρά, μικρά, μικρά μηνύματα στην αγάπη σας, κάπου για να ξέρετε λίγο πού θα σταθείτε σ΄ αυτό το χάος που επικρατεί σήμερα. Κατά τ΄ άλλα όσοι δεν είναι κοντά στην Εκκλησία, έστω αν βοηθούν αυτούς τους ανθρώπους για να μην πηδούνε απ΄ τα παράθυρα -μέχρι να βρουν την Εκκλησία- ε, καλό κάνουν κι αυτοί.

1 σχόλιο

Filed under Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία