Tag Archives: Οικουμενισμός

Η οντολογία του Παπισμού

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π.Ιεροθέου

 Στην συνέχεια θα ήθελα να διατυπώσω μερικές σκέψεις μου πάνω στην ίδια την υπόσταση του Παπισμού.

1. Εκκλησία και Παπισμός

Εσφαλμένα μερικοί ομιλούν για Καθολική Εκκλησία, γιατί ο όρος καθολικός, που ταυτίζεται με το ορθόδοξος, ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς επίσης ο όρος Εκκλησία δεν αρμόζει στο Κράτος του Βατικανού. Ο Παπισμός βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας, και αυτό φαίνεται από δύο Συνόδους, που για μας τους Ορθοδόξους θεωρούνται Οικουμενικές, στις οποίες γίνεται λόγος για το Filioque και τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Στην Η’ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία ήταν παρόντες και οι εκπρόσωποι του ορθοδόξου τότε Πάπα της Ρώμης, καταδικάσθηκαν οι Φράγκοι Επίσκοποι, οι οποίοι είχαν προσθέσει στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, γιατί μια τέτοια προσθήκη “κατά γνώσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των πατέρων αναπολόγητον”, γι’ αυτό και λέγεται ότι “ει μεν των ιερωμένων είη τις παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν”. Βέβαια, αυτή η ίδια καταδίκη ισχύει και για τους Πάπας της Ρώμης, από τότε που ο πρώτος Φράγκος Πάπας (Σέργιος Δ’) κατέλαβε τον θρόνο της Ρώμης και εισήγαγε το Filioque στην ενθρονιστήρια επιστολή του (τό 1009) και ο Βενέδικτος Η’ το εισήγαγε επισήμως στο Σύμβολο της Πίστεως που αναγινωσκόταν στην θεία Λειτουργία (τό 1014). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας” λέγεται ότι όσοι αποξενώνουν “αυτόν τε τον Θεόν Λόγον και το ομοούσιον και ομόδοξον τούτου Παράκλητον Πνεύμα της θεοπρεπούς ομοτιμίας τε και αξίας, ανάθεμα”.

 Στην Σύνοδο του 1341 επί του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και μάλιστα στον Συνοδικό Τόμο λέγεται ότι όσοι δέχονται ότι οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές και ιδιαιτέρως όσοι δέχονται ότι το Φώς της θεότητος είναι κτιστό, όπως υπεστήριζε ο σχολαστικός Ουνίτης Βαρλαάμ ο Καλαβρός καί, βεβαίως, αυτό αποτελεί βασικό δόγμα του Παπισμού, όπως φαίνεται στα έργα του Θωμά του Ακινάτη, βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας.

Γράφεται ότι εάν κάποιος ισχυρίζεται τέτοιες απόψεις και δεν μετανοήσει “αποκήρυκτος έσται και αποτετμημένος της αγίας του Χριστού καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και του ορθοδόξου των Χριστιανών συστήματος”. Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναθεματίζονται όσοι δέχονται την περί ιδεών διδασκαλία του Πλάτωνα, δηλαδή την μεταφυσική και την οντολογία και τις απόψεις της Analogia Entis, ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και κόσμου, και Analogia Fidei, ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ του Θεού και της Αγίας Γραφής, καθώς επίσης αναθεματίζονται και όσοι δεν δέχονται τα δόγματα με πίστη καθαρά και απλή και ολόψυχη καρδία “αλλά πειρωμένοις αποδείξεσι και λόγοις σοφιστικοίς”, δηλαδή εισάγουν την σχολαστική μέθοδο γνώσεως του Θεού.

 Αναλύοντας περισσότερο το θέμα αυτό μπορούμε να αναφερθούμε στο ότι δύο μεγάλοι θεολόγοι και πατέρες του Παπισμού είναι ο Άνσελμος Καντερβουρίας και ο Θωμάς Ακινάτης, των οποίων την διδασκαλία αποδέχεται η Παπική θεολογία και η πρακτική του Παπισμού. Ο Άνσελμος Καντερβουρίας επεξεργάσθηκε και εισήγαγε το θεολογικό δόγμα περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, ότι δηλαδή η αμαρτία του Αδάμ προσέβαλε την δικαιοσύνη του Θεού και ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη και επανέφερε την τάξη στην δημιουργία. Πρόκειται για αλλοίωση της αλήθειας περί του Θεού, αφού παρουσιάζεται ο Θεός με τα ιδιώματα του εμπαθούς ανθρώπου, ο οποίος προσβάλλεται και θίγεται, αλλά και για αλλοίωση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως και της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Βέβαια, η θεολογία περί της εξιλεώσεως της θείας δικαιοσύνης υιοθετεί το φεουδαλιστικό σύστημα με όλες τις θεολογικές και κοινωνικές συνέπειες.

Ο Θωμάς ο Ακινάτης που είναι ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του σχολαστικισμού προσπάθησε να συνδυάση τις θεωρίες του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη. Εκτός των άλλων, ταυτίζει την άκτιστη ενέργεια του Θεού με την άκτιστη ουσία Του, αφού ομιλεί για το λεγόμενο actus purus, και εισάγει την τήν εσφαλμένη άποψη περί κτιστών ενεργειών στον Θεό, παρουσιάζει έναν ευδαίμονα Θεό που είναι στην πραγματικότητα απρόσιτος, άγνωστος, απρόσωπος καί, βεβαίως, διδάσκει ότι ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με τις κτιστές ενέργειες του Θεού.

Δηλαδή, η αγάπη, η θεία Χάρη, η ειρήνη του Θεού είναι κτιστές ενέργειες του Θεού. Από την άποψη αυτή προέρχεται η διδασκαλία ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού (Filioque), το καθαρτήριο πύρ, το αλάθητο κλπ. Οι θεωρίες αυτές καταδικάσθηκαν από την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που θεωρείται ως Θ’ Οικουμενική Σύνοδος, όπως παρουσιάζεται στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας”. Επίσης αναθεματίζονται όσοι δεν ομολογούν ότι υπάρχει “ουσίαν τε επί Θεού και ουσιώδη φυσικήν ενέργειαν”. Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: “Οι της του Χριστού Εκκλησίας της αληθείας εισί· και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί”. Το ίδιο λέγει και ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λυώνος: οι “εκτός της αληθείας” ευρίσκονται αυτομάτως “εκτός της Εκκλησίας”, γιατί όσοι δεν δέχονται την παράδοση των Αποστόλων και την πίστη της Εκκλησίας τους θεωρούμε, κατά τον άγιο Ειρηναίο, “ως αιρετικούς και κακογνώμονας (κακοδόξους), ή ως σχίζοντας (τήν Εκκλησίαν) και υπερηφάνους και αυθάδεις”.

2. Αποστολική διαδοχή και Παπισμός

Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιερωσύνη, δηλαδή έχει διακοπή σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιερωσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιερωσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενώτατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία καί, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή.

Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: “Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δεί, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις σύν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι”.

Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιερωσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει ιερωσύνη, τότε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα, ή να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφωνται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα. Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι “Κληρικοί” του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν αποστολική παράδοση και διαδοχή.

Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθή ότι εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είμαστε και Ρωμαίοι – Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.

Σε καιρό συγχύσεως, όπως η εποχή μας, πρέπει να είμαστε ομολογητές της Πίστεως, μάρτυρες της αληθείας και ποιμένες που θα ποιμαίνουμε τον λαό του Θεού με κριτήρια και προϋποθέσεις εκκλησιολογικές, οι οποίες οδηγούν στην σωτηρία.

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – ΜΑΡΤΙΟΣ 2001
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under H πλάνη του παπισμού

Σχολιασμός στο άρθρο τού καθηγητού Βλ. Φειδά: «Το ζήτημα τής συμπροσευχής μετά των Ετεροδόξων κατά του Ι. Κανόνες»

π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών.

Δημοσιεύθηκε στο δελτίο ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ (τεύχ. 699/30.4.09, σ.σ. 11-33) άρθρο του Καθηγητού Βλασίου Φειδά με τίτλο «το ζήτημα της συμπροσευχής μετά των ετεροδόξων κατά τους ιερούς Κανόνες»[1] (στο εξής: Φειδάς). Όπως αναφέρει ο συντάκτης, το άρθρο αυτό αποτελεί απάντηση–γνωμοδότηση σε ερώτημα που του απευθύνθηκε.

Η δημοσίευση τόσο μεγάλης εργασίας (σελ. 23) στο επίσημο δελτίο του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Σαμπεζύ Γενεύης) και η προσωπικότητα και οι πολλές και κρίσιμες ιδιότητες του συντάκτου καταδεικνύουν τη σοβαρότητα του θέματος των συμπροσευχών με ετεροδόξους στη σύγχρονη διορθόδοξη και διαχριστιανική συνεργασία.

Στο άρθρο ο καθηγητής συμπεραίνει ότι όχι μόνο δεν απαγορεύεται η συμπροσευχή με τους ετεροδόξους στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως, αλλά αντιθέτως οι Ι. Κανόνες ενθαρρύνουν την κοινή προσευχή με τις άλλες ομολογίες, η δε κανονική απαγόρευση περιορίζεται αποκλειστικά στη Θ. Λειτουργία.

Η επιχειρηματολογία του κ. Φειδά εντοπίζεται κυρίως στα εξής σημεία:

1. στην «ακριβή γραμματική ερμηνεία» (Φειδάς, σ. 15) των Κανόνων,

2. στην «συνεπή αναφορά του πνεύματος αυτού εις τα συγκεκριμένα εκκλησιαστικά προβλήματα της συγκεκριμένης εποχής» και ειδικότερα «εις τας επικινδύνους δια την ενότητα της Εκκλησίας καταστάσεις του Δ΄ αιώνος» (Φειδάς, σ. 15),

3. οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες δεν έχουν καταδικαστεί ως αιρετικοί και

4. οι συμπροσευχές είναι «αναπόφευκτος συνέπεια» της Οικουμενικής Κινήσεως.

Α. Ποια η έννοια του «συνεύχεσθαι»; Δεν είναι ακριβές ότι «οι κανόνες συνδέουν πάντοτε το “συνεύχεσθαι” προς πράξεις συλλειτουργίας η συνιερουργίας ορθοδόξων κληρικών μετά αιρετικών». Ο Καθηγητής Φειδάς εξετάζοντας την «ακριβή γραμματική ερμηνεία» των Ιερών Κανόνων συμπεραίνει ότι «συνεπώς, είναι ευνόητον, ότι ο ΜΕ΄ και οι λοιποί σχετικοί Αποστολικοί κανόνες συνδέουν πάντοτε το “συνεύχεσθαι” προς πράξεις συλλειτουργίας η συνιερουργίας ορθοδόξων κληρικών μετά αιρετικών» (Φειδάς, σ. 19) και «συνεπώς, η αληθής έννοια των ανωτέρω κανόνων (που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς) αναφέρεται εις μόνην την εύλογον και αυτονόητον απαγόρευσιν της συλλειτουργίας ορθοδόξων κληρικών μετά των ετεροδόξων και όχι βεβαίως εις την συμμετοχήν αυτών εις πάσαν άλλην προσευχήν» (Φειδάς, σ. 20). Περιορίζει δηλαδή την έννοια της συμπροσευχής αποκλειστικά και μόνο στη Θ. Λειτουργία και όχι σε άλλη ακολουθία. Είναι ασφαλώς προδήλως ανακριβή τα συμπεράσματα αυτά, διότι – όπως θα καταδειχθεί – η έννοια του «συνεύχεσθαι» στους Ι. Κανόνες είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει από την απλή προσευχή λαϊκών εκτός ναού, «εν οίκω η εν αγρώ», μέχρι και την ενώπιόν του θυσιαστηρίου τέλεση της Θ. Λειτουργίας από κληρικούς. Με κανένα τρόπο δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται μόνο στη συμμετοχή κληρικών στη Θ. Λειτουργία:

1. Η έννοια του «συνεύχεσθαι» στη θύραθεν και πατερική γραμματεία Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, κατά τον Ιω. Σταματάκο, «συνεύχομαι» σημαίνει «εύχομαι (προσεύχομαι) από κοινού μετά τινός, ενώνω τας ευχάς μου με τας δικάς του»[2]. Στην Πατερική γραμματεία, σύμφωνα με τον G.W.H.Lampe[3] «συμπροσεύχομαι» σημαίνει “pray together, pray with”, ενώ το «συνεύχομαι» σημαίνει α) «pray with, pray together» (=προσεύχομαι μαζί) και β) “wish one well” (=εύχομαι να είναι καλά). Στην Καινή Διαθήκη απαντάται μόνο το ρήμα «εύχεσθαι»[4], όπου σε καμία περίπτωση δεν υπονοείται η τέλεση Θ. Λειτουργίας, αλλά μόνο προσευχής η απλής ευχής. Παρόμοιες είναι και οι αναφορές στη μετάφραση των Ο΄ στην Π. Δ. Κατά συνέπεια, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην Άγ. Γραφή, ούτε στην πατερική η θύραθεν γραμματολογία η ερμηνεία ότι «συνεύχομαι» η «συμπροσεύχομαι» σημαίνει αποκλειστικά τη συμμετοχή όχι σε απλή κοινή προσευχή, αλλά στην τέλεση Θ. Ευχαριστίας.

2. Η έννοια του «συνεύχεσθαι» στους Ιερούς Κανόνες Είναι προφανές ότι όταν οι συντάκτες των Ιερών Κανόνων θέλουν να διευρύνουν η να περιορίσουν την έννοια ενός όρου, η να δώσουν διαφορετικό νόημα, από ότι η συνήθης έννοιά του στη βιβλική και πατερική γραμματεία οφείλουν να το προσδιορίσουν επακριβώς. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει με τον όρο «συνεύχεσθαι» και τους συναφείς. Εξαίρεση αποτελεί ο Θ΄ Κανόνας του Αγ. Τιμοθέου Αλεξανδρείας ο οποίος περιορίζει την έννοια του «εύχεσθαι» και «ευχή» μόνο στην Αγ. Αναφορά της Θ. Λειτουργίας λέγοντας: «Ει οφείλει Κληρικός εύχεσθαι … η … οπόταν ποιή την ευχήν, ήγουν την προσφοράν». Το «ήγουν» προσδιορίζει επακριβώς τη βούληση του συντάκτου όταν ομιλεί περί του «εύχεσθα» και «ευχή». Εάν «εύχεσθα» και «ευχή» εννοείτο πάντοτε η Θ. Λειτουργία, δεν χρειαζόταν διευκρίνιση. Στους περισσότερους από τους Ι. Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς δεν προσδιορίζεται ότι η απαγόρευση αφορά μόνο κληρικούς. Σε ορισμένους μάλιστα ρητώς προβλέπονται επιτίμια για τους λαϊκούς που παραβαίνουν την κανονική απαγόρευση συμπροσευχής. Κατά συνέπεια, «συνεύχεσθαι» σημαίνει και την απλή προσευχή, διότι ασφαλώς οι λαϊκοί μπορούν μόνο να συμπροσεύχονται και όχι να συλλειτουργούν. Ιδιαίτερα σημαντικός για την κατανόηση του ποια προσευχή με αιρετικούς απαγορεύεται είναι ο ΞΕ΄ (η ΞΔ΄ κατά Ράλλη-Ποτλή (στο εξής: Ρ-Π.) Κανόνας των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις κληρικός, η λαϊκός εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων, η αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω».

Δυστυχώς αυτός ο σημαντικός κανόνας διέλαθε (;) της προσοχής του καθηγητού και δεν τον αναλύει στο άρθρο! Και μόνο αυτός ο Κανόνας καταρρίπτει τον εσφαλμένο ισχυρισμό του αρθρογράφου ότι «οι σχετικοί Αποστολικοί κανόνες συνδέουν πάντοτε το “συνεύχεσθαι” προς πράξεις συλλειτουργίας η συνιερουργίας ορθοδόξων κληρικών μετά αιρετικών» (Φειδάς, σ. 19) και «συνεπώς, η αληθής έννοια των ανωτέρω Κανόνων (που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς) αναφέρεται εις μόνην την εύλογον και αυτονόητον απαγόρευσιν της συλλειτουργίας ορθοδόξων κληρικών μετά των ετεροδόξων και όχι βεβαίως εις την συμμετοχήν αυτών εις πάσαν άλλην προσευχήν» (Φειδάς, σ. 20). Όταν ο ΞΕ΄ Αποστολικός απαγορεύει το «εισέλθοι … προσεύξασθαι» ασφαλώς και δεν εννοεί το συλλείτουργο, διότι δεν νοείται κοινή θ. Λειτουργία με Ιουδαίους στη συναγωγή τους! Το ίδιο συμβαίνει και με τον ΛΖ΄ της εν Λαοδικεία: «ότι ου δεί παρά των Ιουδαίων η αιρετικών τα πεμπόμενα εορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αυτοίς». Και αυτός δε μνημονεύεται καθόλου στο άρθρο. Είναι πρόδηλο ότι στο «συνεορτάζειν» εμπερικλείεται κάθε λατρευτική ακολουθία και τελετή – ασφαλώς και η Θ. Λειτουργία, αλλά όχι μόνο αυτή – προς τιμήν προσώπου η γεγονότος το οποίο εορτάζεται από τους Ιουδαίους η αιρετικούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εορτές των Ιουδαίων και αιρετικών αντιμετωπίζονται με ενιαία απαγόρευση. Επίσης σαφής είναι και ο Β΄ Κανόνας της εν Αντιοχεία (και αυτός δεν αναφέρεται στο άρθρο): «μη εξείναι δε κοινωνείν τοις ακοινωνήτοις, μηδέ κατ’ οίκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοις μη τη εκκλησία συνευχομένοις».

Προφανώς το «κοινωνείν» αναφέρεται στη Θ. Ευχαριστία και αντιδιαστέλλεται προς το «κατ’ οίκους συνελθόντας συνεύχεσθαι», όπου υπονοεί την απλή προσευχή. Με το «κατ’ οίκους συνελθόντας συνεύχεσθαι» δεν νοείται τέλεση Θ. Λειτουργίας, αφ’ ενός μεν διότι τέλεση Θ. Λειτουργίας, χωρίς να είναι ανάγκη, εν οίκω απαγορεύεται σύμφωνα με τον Κανόνα ΝΗ’ της εν Λαοδικεία Συνόδου, και αφ’ ετέρου διότι δεν θα είχε νόημα στον ίδιο Κανόνα η επανάληψη απαγορεύσεως τελέσεως Θ. Λειτουργίας. Σύμφωνα με τον Ι΄ Κανόνα των Αγ. Αποστόλων «ει τις ακοινωνήτω, καν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω». Όταν ο Κανόνας επιβάλλει αφορισμό σε όποιον «καν εν οίκω συνεύξηται» με ακοινώνητον (αιρετικό η αφορισμένο), προφανώς εννοεί την απλή συμπροσευχή και όχι την τέλεση Θ. Λειτουργίας, διότι, όπως ελέγχθη ήδη, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, τέλεση Θ. Λειτουργίας «εν οίκω» απαγορεύεται αυστηρά. Επί πλέον δε, και η ίδια η δομή του κειμένου υπονοεί ότι δεν πρόκειται για την ευχαριστηριακή σύναξη, αλλά για απλή κατ’ ιδίαν προσευχή. Άρα, με το «καν εν οίκω συνεύξηται» εννοεί οποιαδήποτε απλή συμπροσευχή . ο παραβαίνων αυτόν τον Κανόνα «αφοριζέσθω»! Είναι απαραίτητο να σταθούμε στην ερμηνεία που δίνει ο καθηγητής στον Θ’ Κανόνα του Αγ. Τιμοθέου Αλεξανδρείας, όπου, εσφαλμένως, συμπεραίνει ότι «επομένως οι αρειανοί η άλλοι αιρετικοί δύνανται να παρίστανται εις την υπό ορθοδόξου κληρικού τελουμένην ορθόδοξον θείαν λειτουργίαν τουλάχιστον “μέχρι του ασπασμού”» (Φειδάς, σ. 20) και «όθεν … εις “ουδέν βλάπτει” ο συνεκκλησιασμός ορθοδόξων και αιρετικών κατά την θείαν λειτουργίαν» (Φειδάς, σ. 21).

Όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει καθόλου από το κείμενο του Κανόνος: «Ερώτησις: Ει οφείλει Κληρικός εύχεσθαι, παρόντων Αρειανών, η άλλων αιρετικών, η ουδέν αυτόν βλάπτει, οπόταν αυτός ποιή την ευχήν, ήγουν την προσφοράν; Απόκρισις: Εν τη θεία αναφορά ο Διάκονος προσφωνεί προ του ασπασμού: «Οι ακοινώνητοι περιπατήσατε». Ουκ οφείλουσιν ουν παρείναι, ει μη αν επαγγέλλωνται μετανοείν και εκφεύγειν την αίρεσιν». Ερωτάται δηλ. ο Άγ. Τιμόθεος εάν κατά την ώρα της Αγ. Αναφοράς σε Θ. Λειτουργία που τελεί Ορθόδοξος κληρικός επιτρέπεται να είναι παρόντες αρειανοί η άλλοι αιρετικοί. Είναι προφανές από τη δομή της ερωτήσεως ότι το «εύχεσθαι» του πρώτου σκέλους επεξηγείται στο δεύτερο μέρος της ερωτήσεως με τη φράση «όταν αυτός ποιή την ευχήν, ήγουν την προσφοράν». Από το κείμενο προκύπτει σαφώς ότι το ερώτημα αφορά την ύψιστη στιγμή της Αγ. Αναφοράς και ασφαλώς δεν υπονοείται πουθενά στο ερώτημα διάκριση για δύο μέρη της Θ. Λειτουργίας.

Η Θ. Λειτουργία αντιμετωπίζεται ενιαία και όχι ως δύο τμήματα. Την ίδια άποψη περί ενιαίας αντιμετωπίσεως της θ. Λειτουργίας εκφράζει και ο Βαλσαμών: «η ερώτησις περί κληρικού, ει οφείλει εύχεσθαι παρόντων αιρετικών, ήγουν προσφέρειν την αναίμακτον θυσίαν» (Ρ-Π., δ, 336), και κατά τον ίδιο τρόπο προσεγγίζει και ο Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης το ερώτημα «ερωτήθη ο Πατήρ ούτος, αν πρέπει ο Ιερεύς να προσφέρει αναίμακτον ιερουργίαν, όταν είναι παρόντες αρειανοί και απλώς αιρετικοί», ομοίως και ο Βλάσταρης δεν κάνει διάκριση στα μέρη της Θ. Λειτουργίας (Ρ-Π., στ, 73). Άλλωστε και στην απάντησή του ο Άγ. Τιμόθεος δεν αναφέρεται σε διαφοροποιημένη συμπεριφορά έναντι των αιρετικών στα δύο μέρη της Θ. Λειτουργίας. Εάν εννοούσε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να το δηλώσει ρητώς. Η απάντηση του Αλεξανδρείας είναι απλή, σαφής και ενιαία: «ουκ οφείλουσι παρείναι» παρά μόνο εάν «επαγγέλλωνται» (δηλ. να έχουν υποσχεθεί) ότι θα μετανοήσουν και να φύγουν από την αίρεση». Πουθενά δε λέει ότι στο πρώτο μέρος της Θ. Λειτουργίας μπορούν να παρίστανται και στο δεύτερο απαγορεύεται. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το κείμενο του Αγ. Τιμοθέου, ούτε από τους ερμηνευτές του. Επί πλέον δε και ο κ. Φειδάς μνημονεύοντας τον Βαλσαμώνα λέει: «επομένως ο κανών (ο Στ΄ Λαοδικείας) απαγορεύει τον συνεκκλησιασμόν των επιμενόντων εις την αίρεσιν αιρετικών μετά των ορθοδόξων κατά την τέλεσιν της Θ. Λειτουργίας» (Φειδάς, σ. 19), χωρίς να διακρίνει τα μέρη της Θ. Λειτουργίας, κατά τα οποία στο μεν πρώτο – τάχα – επιτρέπεται η παρουσία τους και στο δεύτερο απαγορεύεται. Είναι άξιο επισημάνσεως ότι και ο ίδιος ο καθηγητής επεξηγώντας το σχόλιο του Βαλσαμώνος στον ΜΕ΄ Αποστολικό αναγνωρίζει ότι με τη φράση «συνευξάμενος» ο Κανόνας υπονοεί τη «συμμετοχή σε προσευχή» σε αντιδιαστολή με τη «συλλειτουργία»: «Ενταύθα μη είπης εν ναώ τον επίσκοπον και τους λοιπούς συνεύξασθαι μετά αιρετικών (=συλλειτουργία), οι τοιούτοι γαρ καθαιρεθήσονται…Αλλ’ εκλαβού το συνεύξασθαι εις το απλώς κοινωνήσαι και ημερώτερον διατεθήναι επί τη ευχή του αιρετικού (=συμμετοχή εις την προσευχήν)» (Φειδάς, σ. 17). Τέλος, ο κ. Φειδάς συνομολογεί ορθώς ότι για την περίπτωση της απλής συμπροσευχής με αιρετικό και όχι της συλλειτουργίας, προβλέπεται στον ΜΕ΄ Αποστολικό Κανόνα η ποινή του αφορισμού: «συνεπώς, το ρήμα “συνεύχεσθαι” αναφέρεται εις δύο διαφορετικάς περιπτώσεις, ήτοι εις απλήν συμπροσευχήν και εις την συλλειτουργίαν, διο και εις την δευτέραν περίπτωσιν η προτεινόμενη ποινή της καθαιρέσεως είναι σαφώς βαρυτέρα», ενώ στην πρώτη περίπτωση της «απλής συμπροσευχής» προβλέπεται η ποινή μόνο του αφορισμού (Φειδάς, σ. 17). Παρόλα αυτά στη συνέχεια την επί ποινή αφορισμού απαγόρευση του Κανόνος δεν την θεωρεί άξια σημασίας. Την αντιπαρέρχεται δια της σιωπής …

3. Όλοι οι έγκριτοι σχολιαστές των Ι. Κανόνων χρησιμοποιούν το «συνεύχεσθαι» η «προσεύξασθαι μετά τινός» πρωτίστως με την έννοια της απλής συμπροσευχής και σπανιότερα με την έννοια του συλλειτουργείν Ενδεικτικά: 1. Βαλσαμών [«έγκριτος κανονολόγος» (κατά τον κ. Φειδά, σ. 17) και των «Ιερών Κανόνων διασημότατος εξηγητής» (κατά των Κων/ίνο Οικονόμο)]. Σημειώνεται ότι ο ίδιος ο καθηγητής προσμαρτυρεί ότι «ο έγκριτος κανονολόγος Θεόδωρος Βαλσαμών εις τον σχολιασμόν του (ΜΕ΄ Αποστολικού) κανόνος … παρατηρεί ορθώς την πολλαπλήν χρήσιν του ρήματος “συνεύχεσθαι”, η οποία δηλούται και δια της διαφοράς των προβλεπομένων εκκλησιαστικών ποινών» (Φειδάς, σ. 17)! Εν τούτοις, απορεί κανείς πως στα συμπεράσματα παραβλέπει την «ορθή παρατήρηση» του Βαλσαμώνος και περιορίζει εντελώς αναιτιολόγητα την έννοια του «συνεύχεσθαι» μόνο στη Θ. Λειτουργία και στο συλλειτουργείν! Επί πλέον κατά τον Βαλσαμώνα: · «ο αφωρισμένω συνευξάμενος οπουδήποτε αφορισθήσεται, καν επίσκοπος εστι, καν λαϊκός … ει τις ουν μετ’ αυτού συμψάλλη εν οίκω, η εν αγρώ, ουκ αιτιαθήσεται . ταυτόν γαρ εστι το εν εκκλησία η έξωθεν ταύτης συνεύξασθαι μετά του αφωρισμένου . συνομιλείν δε μετά του αφορισμένου ου κωλυώμεθα» (ερμηνεία στον Ι΄ Αποστολικό, Ρ-Π., β, 14). Ο Βαλσαμών, είναι απολύτως σαφής: το αντικανονικώς «συνεύξασθαι» διαπράττεται «οπουδήποτε», και από επίσκοπο και από λαϊκό. Συνεπώς δεν πρόκειται περί συλλειτουργίας. Και απλή συμψαλμωδία ως συμπροσευχή μπορεί να τελεσθεί η στο σπίτι, η στην ύπαιθρο. Δεν έχει σημασία αν τελείται ενώπιον της εκκλησιαστικής κοινότητος «εν εκκλησία», η κατ’ ιδίαν «έξωθεν αυτής». Είναι προφανές ότι ο Βαλσαμών δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε Θ. Λειτουργία και συλλειτουργία, αλλά σε οποιαδήποτε προσευχή. · «Ενταύθα (στον ΜΕ΄ Κανόνα) μη είπης εν ναώ τον επίσκοπον και τους λοιπούς συνεύξασθαι μετά αιρετικών . οι τοιούτοι γαρ καθαιρεθήσονται κατά τον ΜΣτ΄ κανόνα, καθώς και ο επιτρέψας αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι . αλλ’ εκλαβού το συνεύξασθαι εις το απλώς κοινωνήσαι, και ημερώτερον διατεθήναι επί τη ευχή του αιρετικού (κατά τον Φειδά: «=συμμετοχή εις την προσευχήν» (Φειδάς, σ. 17)» (Ρ-Π, β, 60). Με απλά λόγια λέει ο Βαλσαμών: ο ΜΕ΄ Κανόνας δεν αφορά στη περίπτωση που έχουμε συμπροσευχή στο Ναό επισκόπου με αιρετικούς. Αυτή η περίπτωση, δηλαδή η εν τω ναώ συμπροσευχή επισκόπου και αιρετικών και μάλιστα αν δοθεί άδεια στους αιρετικούς να συμπεριφερθούν ως κληρικοί αντιμετωπίζεται από τον επόμενο ΜΣτ΄ Κανόνα πιο αυστηρά με καθαίρεση. Εδώ, στον ΜΕ΄ Κανόνα, να εκλάβεις το «συνεύξασθαι» ως απλή λατρευτική επικοινωνία και απλή προσευχή, χωρίς να έχουμε ιεροπραξία από κληρικό . γι’ αυτό εδώ έχουμε μόνο αφορισμό. Συνεπώς, κατά το Βαλσαμώνα, «συνεύξασθαι» σημαίνει την απλή προσευχή ακόμα και εκτός Ναού, χωρίς ιεροπραξία κληρικών, χωρίς τέλεση Θ. Λειτουργίας. · «Δια τοι τούτο (μνημονεύει τους Κανόνες που απαγορεύουν την συμπροσευχή με αιρετικούς) και ημείς ψηφιζόμεθα, μη μόνον αφορισμώ και καθαιρέσει καθυποβάλλεσθαι τους λαϊκούς τε και κληρικούς, συνευχομένους εν Εκκλησία ορθοδόξων η αιρετικών η οπουδήποτε συνευχόμενος αυτοίς ιερατικώς … κατά την των ρηθέντων θείων κανόνων περίληψιν. Η γαρ στενοχωρία των τόπων, και ο των αιρετικών πληθυσμός, της ορθοδόξου πίστεως ου μετήμειψε την ακεραιότητα» (Ρ-Π., δ, 460). Υπόκεινται στο επιτίμιο και οι λαϊκοί όταν συνεύχονται . προφανώς δεν συλλειτουργούν!

2. Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης: · «μέγα αμάρτημα λογιάζει ο παρών Κανών (ΞΕ΄ Αποστολικός) το να έμβη τινάς Χριστιανός μέσα εις συναγωγήν Ιουδαίων η αιρετικών δια να προσευχηθή …πόσω μάλλον παρανομεί ο Χριστιανός εκείνος όπου συμπροσεύχεται με τους σταυρωτάς του Χριστού;» (ερμηνεία στον ΞΕ΄ Αποστολικό, Πηδάλιον, σ. 84-85). Προφανώς αναφέρεται σε απλή συμπροσευχή, διότι δε νοείται Θ. Λειτουργία και συλλείτουργο σε … εβραϊκή συναγωγή! · «όποιος ήθελε συμπροσευχηθεί με εκείνον όπου αφορίσθη από την ομήγυριν, και την προσευχήν των πιστών, καν και δεν ήθελεν συμπροσευχηθή μέσα εις την εκκλησίαν, αλλά μέσα εις τον οίκον ο τοιούτος η ιερωμένος είναι η λαϊκός ας αφορίζεται» (ερμηνεία στον Ι΄ Αποστολικό, Πηδάλιον, σ. 13).

Αυτός που αποκόπτεται από την κοινή λατρεία, δεν είναι αποδεκτός ούτε σε κατ’ ιδίαν συμπροσευχή. Και εδώ δεν πρόκειται για Θ. Λειτουργία και συλλείτουργο διότι ο λαϊκός δεν συλλειτουργεί. · «ο παρών Κανών (ΜΕ΄ Αποστολικός) διορίζει ότι όποιος Επίσκοπος, η Πρεσβύτερος, η Διάκονος ήθελε συμπροσευχηθή μονάχα, αλλ’ όχι και να συλλειτουργήση με αιρετικούς ας αφορίζεται … ει δε και εσυγχώρησεν εις τους αιρετικούς να ενεργήσουν κανένα λειτούργημα ωσάν κληρικοί, ας καθαιρήται» (ερμηνεία στον ΜΕ΄ Αποστολικό, Πηδάλιον, σ. 50-51). Και εδώ αντιδιαστέλλεται σαφέστατα η συμπροσευχή από τη συλλειτουργία και ως προς την πράξη του παραβάτου και ως προς τις συνέπειες. · στην ερμηνεία του ΙΑ΄ Αποστολικού δέχεται ο Άγ. Νικόδημος ως δυνατές και τις δύο έννοιες: η ότι το «συνεύξηται λαμβάνεται αντί του συλλειτουργήση» η «δηλοί κατά την κυριολεξία του, το να συμπροσευχηθή» (ερμηνεία στον ΙΑ΄ Αποστολικό, Πηδάλιον, σ. 14). 3.

Αριστινός: Ο καθηγητής στο άρθρο μνημονεύει μόνο μία φράση του Αριστηνού («ο συνευχόμενος ήτοι συλλειτουργών»), με την οποία επεξηγεί τον ΙΑ΄ Αποστολικό, όπου σαφώς πρόκειται για συλλειτουργία κληρικού με καθηρημένο κληρικό. Ασφαλώς ο Αριστινός δεν αναφέρει ότι αυτή η ερμηνεία αφορά όλους τους Κανόνες, όπως αποδεικνύεται από τα επόμενα χωρία, όπου σαφώς επεκτείνει την κανονική απαγόρευση συμπροσευχής και στην απλή προσευχή: · «ο εισελθών εις συναγωγήν Ιουδαίων η αιρετικών και προσευξάμενος μετ’ αυτών … ο δε εν οίκω συνευξάμενος μόνον αιρετικοίς επίσκοπος, η πρεσβύτερος, η διάκονος αφορίζεται» (ερμηνεία στον ΞΔ΄ Αποστολικό, Ρ-Π., β, 83). Και εδώ δε νοείται το συλλειτουργείν Ιουδαίοις, η συλλειτουργείν εν οίκω . προφανώς αφορά σε απλή συμπροσευχή! · «ο συνευχόμενος αιρετικοίς εν εκκλησία, η εν οίκω, ακοινώνητος ωσαύτως έστω και αυτός» (ερμηνεία στον Ι΄ Αποστολικό, Ρ-Π., β, 14). Η «εν οίκω» συμπροσευχή δεν μπορεί να είναι συλλειτουργία. · «ο δε τον εις εκκλησίαν μη συναγόμενον τοις πιστοίς παραδεξάμενος, και κατ’ οίκους αυτώ συνευξάμενος η και εν ετέρα εκκλησία τοις Κανόσιν υπεύθυνος έσται» (ερμηνεία στον Β΄ Αντιοχείας, Ρ-Π., γ, 129). · «ο συνευξάμενος μόνον αιρετικοίς, η πρεσβύτερος, η διάκονος, αφορίζεται . ο δε επιτρέψας αυτοίς ενεργήσαι τι, ως ιερωμένοις και κληρικοίς, καθαιρείται» (ερμηνεία στον ΜΕ΄ Αποστολικό, Ρ-Π., β, 60-61). Αντιδιαστέλλεται το «συνευξάμενος μόνον» από το «επιτρέψας ενεργήσαι τι ως ιερωμένοις η κληρικοίς». Κατά συνέπεια με το «συνευξάμενος μόνον» ο Κανόνας υπονοεί την απλή συμπροσευχή χωρίς ιερατική πράξη και επιβάλλει αφορισμό. Αν υποννοείτο συλλείτουργο τότε θα είχαμε καθαίρεση, διότι θα ενέπιπτε στην περίπτωση «επιτρέψας ενεργήσαι τι ως ιερωμένοις η κληρικοίς».

4. Βλάσταρης: · «αιρετικώ η σχισματικώ όλως ημάς ουκ επιτρέπει συνεύχεσθαι» (Ρ-Π., στ, 73). Το «όλως», που δεν υπάρχει στο κείμενο του Κανόνος, τοποθετήθηκε από τον ερμηνευτή για να καλύψει κάθε έννοια του «συνεύχεσθαι» και για να επιτείνει την έννοια της απαγορεύσεως. 5. Ζωναράς: · «Μέγα αμάρτημα ο κανών (ΞΔ΄ Αποστολικός) το Χριστιανόν εις Ιουδαίων συναγωγήν, η αιρετικών χάριν προσευχής εισιέναι … Χριστιανός τοις του Χριστού αναιρέταις συνευχόμενος κριθείη παρανομών» (ερμηνεία στον ΞΔ΄ Αποστολικό, Ρ-Π., β, 82). Ασφαλώς δε νοείται κοινή Θ. Λειτουργία με Ιουδαίους! · «ει τις ουν ακοινωνήτω … συνεύξηται, καν μη εν εκκλησία αλλ’ εν οίκω, κακείνος αφορισθήσεται» (ερμηνεία στον Ι΄ Αποστολικό, Ρ-Π., β, 14). · «μήτε εν οίκω τινάς συνεύχεσθαι, μήτε εν ετέρα εκκλησία αυτούς (τους ακοινωνήτους) υποδέχεσθαι. Τους δε τοις τοιούτοις συνευχομένους, η υποδεχομένους αυτούς εις εκκλησίας, ακοινωνήτους κακείνους είναι … τα αυτά δε και ο Ι΄ και ο ΙΑ΄ των Αγ. Αποστόλων έφη και ο ΛΓ΄ Κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου φησίν, ότι ου δεί αιρετικώ η σχισματικώ συνεύχεσθαι» (ερμηνεία στο Β΄ Αντιοχείας, Ρ-Π., γ, 127). Εδώ ο Ζωναράς αντιδιαστέλλει το «εν οίκω συνεύχεσθαι» από το «εν εκκλησία υποδέχεσθαι» το μεν ως κατ’ ιδίαν απλή συμπροσευχή, το δε ως έκφραση της προσευχής της εκκλησιαστικής κοινότητος, της Θ. Ευχαριστίας. Όσοι λοιπόν «συνεύχονται η υποδέχονται» ακοινωνήτους η αιρετικούς η σχισματικούς «ακοινωνήτους κακείνους είναι».

4. Όλη η εκκλησιαστική παράδοση μέχρι σήμερα θεωρεί ότι στους εν λόγω Κανόνες περί απαγορεύσεως της συμπροσευχής υπάγεται και η απλή συμπροσευχή σε οποιαδήποτε ακολουθία η τελετή και όχι μόνο η τέλεση Θ. Λειτουργίας και το συλλείτουργο Ενδεικτικά αναφέρω: α) Άγ. Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής: · «Ου χρή το καθόλου εις τοιαύτας εκκλησίας (που υπάγονται σε αιρετικούς) εισιέναι, κατά τους ειρημένους τρόπους (χάριν ευχής και ψαλμωδίας) … άμα γαρ τω εισαχθείναι την αίρεσιν, απέστη ο έφορος των εκείσε Άγγελος, κατά την φωνήν του μεγάλου Βασιλείου, και κοινός οίκος ο τοιούτος χρηματίζει ναός. και, ου μη εισέλθω, φησίν, εις Εκκλησίαν πονηρευομένων. και ο Απόστολος, τις συγκατάθεσις ναού Θεού μετά ειδώλων;» (Ρ-Π., δ, 431δ) β) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός Β’ (1240): · «Όθεν και επισκήπτομαι (παραγγέλλω) πάσι τοις λαϊκοίς, όσοι της Καθολικής Εκκλησίας εστέ τέκνα γνήσια, φεύγειν όλω ποδί από των υποπεσόντων ιερέων τη λατινική υποταγή . και μηδέ εις εκκλησίαν τούτοις συνάγεσθε, μηδέ ευλογίαν εκ των χειρών αυτών δέχεσθε την τυχούσαν. Κρείσσον γαρ εστίν εν τοις οίκοις υμών τω Θεώ προσεύχεσθε κατά μόνας η επ’ Εκκλησίας συνάγεσθε μετά των λατινοφρόνων»[5]. Ας σημειωθεί ότι εδώ δεν αναφέρεται σε Παπικούς, αλλά σε Ορθοδόξους κληρικούς λατινόφρονες. γ) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε΄ και η περί αυτόν Πατριαρχική Σύνοδος (1749): · «Εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πατρικώς και πνευματικώς …εις το εξής μη τολμήσετε το σύνολον να συγκοινωνείτε μετά των αυτόθι φρατόρων και φραγκοπατέρων και λοιπών Δυτικών, εις τα τε ιερά της καθ’ ημάς Εκκλησίας Μυστήρια και εις τας λοιπάς εκκλησιαστικάς τελετάς, προσευχάς τε και ιερουργίας, αλλά να φυλάττετε … το ακοινώνητον όλως μετ’ εκείνων εν πάσαις ταις ιεραίς τελεταίς και ιερουργίαις. Εάν δε μετά την πατριαρχικήν και συνοδικήν ημών επιτίμησιν, πατρικήν τε και πνευματικήν παραίνεσιν και νουθεσίαν ταύτην, τολμήση τις από λόγου σας να φανή απειθής και ενάντιος και είτε τις εκ των αυτόθι ιερέων τολμήση και φωραθή συνευχόμενος τοις Λατίνοις η προσφοράς δεχόμενος εκείνων η μνήμας άγων υπέρ αυτών … ο τοιούτος ιερεύς θέλει καθυποβληθή τελεία καθαιρέσει της ιερωσύνης αυτού»[6]. δ) Σύνοδος Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων (1848): · «Αποφαίνεται πάλι σήμερα συνοδικώς … ότι (ο Παπισμός) είναι αίρεση και οι οπαδοί του αιρετικοί … Επίσης οι συνάξεις που συγκροτούνται από αυτούς είναι αιρετικές και κάθε κοινωνία πνευματική των Ορθοδόξων τέκνων … με αυτούς είναι αντικανονική, όπως ορίζει ο ζ΄ κανόνας της Γ΄ Οίκ. Συνόδου»[7]. ε) π. Ιουστίνος Πόποβιτς: · «Ο Ιερός Κανών (Ι΄) των Αγ. Αποστόλων δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς προσευχή η ακολουθία απαγορεύεται, αλλά απαγορεύει κάθε κοινήν μεθ’ αιρετικών προσευχήν, έστω και κατ’ ιδίαν («συνευξάμενος»). Εις τας οικουμενιστικάς κοινάς προσευχάς μήπως δεν γίνωνται και αδρότερα και ευρύτερα τούτων; … Μήπως όμως δεν συμβαίνει … να ευλογούν αιρετικοί ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι και ιερείς, προτεστάνται πάστορες, ακόμη δε και γυναίκες;(!)»[8]. στ) Αθηναγόρας, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και η περί αυτόν Πατριαρχική Σύνοδος (1952): · «Δέον ίνα οι Ορθόδοξοι κληρικοί αντιπρόσωποι ώσιν όσω το δυνατόν εφεκτικοί (=διστακτικοί) εν ταις λατρευτικαίς μετά των ετεροδόξων συνάξεσιν, ως αντικειμέναις προς τους Ιερούς Κανόνας και αμβλυνούσαις την ομολογιακήν ευθιξίαν των Ορθοδόξων, επιδιώκοντες ίνα τελώσιν, ει δυνατόν, καθαρώς ορθοδόξους ακολουθίας και τελετάς, προς εμφάνισιν ούτω της αίγλης και του μεγαλείου της ορθοδόξου λατρείας προ των ομμάτων των ετεροδόξων»[9]. «Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων»;

Η Πατριαρχική Σύνοδος τα λέει όλα! Ούτε για συλλείτουργα ομιλεί, ούτε «διομολογιακές προσευχές» ανέχεται, αλλά διακηρύσσει απερίφραστα ότι οι λατρευτικές συνάξεις μετά των ετεροδόξων αντίκεινται στους Ιερούς Κανόνες και έχουν σοβαρές ποιμαντικές συνέπειες και προτείνει τη διεξαγωγή «καθαρώς ορθοδόξων ακολουθιών και τελετών» με ποιμαντική-ιεραποστολική προοπτική. Κυρίως όμως η Πατριαρχική Σύνοδος αποσυνδέει τις συμπροσευχές από την διεκκλησιαστική επικοινωνία. Μπορεί να υπάρχει διαχριστιανική συνεργασία χωρίς όμως συμπροσευχές! ζ) Ακόμα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν αποδέχεται την καινοφανή ερμηνεία Φειδά! 1. Στη διδακτορική του διατριβή ο Οικουμ. Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφερόμενος στους Ι. Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή σημειώνει ότι «δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερον και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των ορθοδόξων Χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους. Δεν δύναται η Εκκλησία να έχη διατάξεις απαγορευούσας την είσοδον εις τους ναούς των ετεροδόξων και την μετ’ αυτών συμπροσευχήν καθ’ ην στιγμήν αύτη δια των εκπροσώπων αυτής προσεύχεται από κοινού μετ’ αυτών»[10]. Παρόμοιες απόψεις έχει διατυπώσει και σε άρθρο του με θέμα «The problem of Oikonomia today» στο περιοδικό Kanon 6(1983). Είναι απολύτως σαφές ότι όταν ο Οικουμ. Πατριάρχης γράφει ότι «η Εκκλησία … δια των εκπροσώπων αυτής προσεύχεται από κοινού μετ’ αυτών (των αιρετικών)» και κατά συνέπεια «δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερον και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις» που απαγορεύουν τη συμπροσευχή, αναφέρεται στις απλές συμπροσευχές και λοιπές ακολουθίες που διεξάγονται στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως και ασφαλώς όχι σε συλλείτουργο. Δεν αποδέχεται ο Πατριάρχης την intercommunion! Συνεπώς για τον Οικουμενικό Πατριάρχη μας όταν οι Κανόνες αναφέρονται σε συμπροσευχή εννοούν συμπροσευχή και όχι συλλείτουργο! 2. Επί πλέον ο Οικουμ. Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην από 3.7.1999 επιστολή του προς την Ιερά Κοινότητα του Άγ. Όρους επισημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής: «Περί των συμπροσευχών μετά των ετεροδόξων υπενθυμίζομεν υμίν ότι ήδη από του έτους 1952 το Οικουμενικόν Πατριαρχείον … φρονεί ότι “η συμμετοχή των Ορθοδόξων εις την παγχριστιανικήν κίνησιν δέον ίνα γίγνηται υπό τους ακολούθους όρους: α)…β)…

γ) Δέον ίνα οι Ορθόδοξοι κληρικοί αντιπρόσωποι ώσιν όσω το δυνατόν εφεκτικοί (=διστακτικοί) εν ταις λατρευτικαίς μετά των ετεροδόξων συνάξεσιν, ως αντικειμέναις προς τους Ιερούς Κανόνας και αμβλυνούσαις την ομολογιακήν ευθιξίαν των Ορθοδόξων, επιδιώκοντες ίνα τελώσιν, ει δυνατόν, καθαρώς ορθοδόξους ακολουθίας και τελετάς, προς εμφάνισιν ούτω της αίγλης και του μεγαλείου της ορθοδόξου λατρείας προ των ομμάτων των ετεροδόξων”. Συνεπώς, είναι άδικον να αποδίδονται ευθύναι εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δια, τυχόν, παραβιάσεις της συστάσεως αυτού αυτής υπό διαφόρων κληρικών και δη κατά το πλείστον ανηκόντων εις άλλας Εκκλησίας. Σημειωτέον ότι, ως γνωστόν κατά την Διορθόδοξον Συνάντησιν της Θεσ/νίκης (29/4-2/5/1998) απεφασίσθη, κατόπιν πρωτοβουλίας της αντιπροσωπείας του Πατριαρχείου, … όπως οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι, οι μέλλοντες να συμμετάσχουν εις την εν Χαράρε Η΄ Γενικήν Συνέλευσιν του Π.Σ.Ε., μη συμμετάσχουν εις οικουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας και άλλας θρησκευτικάς τελετάς διαρκούσης της Συνελεύσεως, τούτο δε αποτελεί εκδήλωσιν της ισχύος της σταθεράς γραμμής της ως άνω Εγκυκλίου του 1952, η οποία ουδέποτε ανεκλήθη, έστω και αν, άνευ συναινέσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρεβιάσθη ενίοτε, η ηρμηνεύθη άλλοτε συσταλτικώς ως αφορώσα μόνον εις την μη συμμετοχήν εις την εν στενή εννοία λατρείαν (Θείαν Λειτουργίαν). Όσον αφορά εις την συμπροσευχήν μετά των ετεροθρήσκων, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θεωρεί αυτονόητον την κανονικήν απαγόρευσιν αυτής και την αποχήν απ’ αυτής, χωρίς τούτο να σημαίνη ότι η απαγόρευσις της συμπροσευχής συμπαρασύρει εις απαγόρευσιν και τον διαθρησκειακόν διάλογον»[11]. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνομολογεί σαφέστατα ότι: Α. Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1952 απαγορεύει τη συμμετοχή όχι μόνο στη Θ. Λειτουργία αλλά και σε κάθε μορφής προσευχή, που διεξάγεται στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως σε «οικουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας και άλλας θρησκευτικάς τελετάς». Β. Η απόφαση της Διορθοδόξου Επιτροπής (Θεσσαλονίκη, 1998) για απαγόρευση συμμετοχής σε οποιασδήποτε μορφής συμπροσευχές («οικουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας και άλλας θρησκευτικάς τελετάς») αποτελεί εφαρμογή της απαγορεύσεως της εγκυκλίου του Αθηναγόρα του 1952, η όπως επί λέξει αναφέρει ο Πατριάρχης, αποτελεί «εκδήλωσιν της ισχύος της σταθεράς γραμμής της ως άνω Εγκυκλίου του 1952», Γ. Όλες αυτές οι συμπροσευχές στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως – και όχι μόνο η Θ. Λειτουργία – απαγορεύονται «ως αντικείμεναι προς τους ιερούς κανόνας και αμβλύνουσαι την ομολογιακήν ευθυξίαν των Ορθοδόξων». Δ. Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1952 ισχύει και σήμερα, γιατί ουδέποτε ανακλήθηκε από το Πατριαρχείο έστω και αν κάποιοι «άνευ συναινέσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου» την παραβιάζουν μερικές φορές η την ερμηνεύουν συσταλτικά ως αφορώσα μόνο στη Θ. Λειτουργία !!! Ε. Οι συμπροσευχές που διεξάγονται είναι παραβιάσεις της Πατριαρχικής εγκυκλίου για τις οποίες δεν ευθύνεται το Πατριαρχείο, διότι γίνονται από κληρικούς κατά το πλείστον άλλων Εκκλησιών. Στ. Στην κανονική απαγόρευση συμπροσευχής εντάσσεται και η συμπροσευχή με ετεροθρήσκους, συνεπώς οι Κανόνες δεν αναφέρονται μόνο σε συμμετοχή σε Θ. Λειτουργία.

Ζ. Η απαγόρευσις της συμπροσευχής δε σημαίνει ότι συμπαρασύρει σε απαγόρευση και το διαθρησκειακό διάλογο. Εκτός του Οικουμενικού Πατριάρχου και άλλοι σύγχρονοι θεολόγοι που έχουν συμμετάσχει στο Θεολογικό Διάλογο και ορισμένοι εξ’ αυτών με σημαντική συμβολή στην Οικουμενική Κίνηση που έχουν ασχοληθεί με το θέμα της κοινής προσευχής στα πλαίσια της (Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός, πρώην Θυατείρων Μεθόδιος, π. Θεόδ. Ζήσης, Ι. Καρμίρης, Κ. Σκουτέρης, Θ. Γιάγκου) δεν συμμερίζονται την καινοφανή ερμηνεία Φειδά ότι η συμπροσευχή των Ι. Κανόνων αφορά μόνο στη Θ. Λειτουργία.

η) Τέλος, σε σύντομη εργασία μας με τίτλο «ου δεί αιρετικοίς η σχισματικοίς συνεύχεσθαι» (Πάτρα, 2008), παρατίθενται δεκάδες απόψεις κληρικών (ανάμεσά τους των τελευταίων Αρχιεπισκόπων Αθηνών), καθηγητών Θεολογικών Σχολών, του Αγ. Όρους, συγχρόνων Πατερικών μορφών, Τοπικών Συνόδων Ορθοδόξων Εκκλησιών, Διορθοδόξου Επιτροπής, οι οποίοι δέχονται απερίφραστα ότι στην κανονική απαγόρευση συμπροσευχής περιλαμβάνεται όχι μόνο η συλλειτουργία η η συμμετοχή στη Θ. Λειτουργία, αλλά και η απλή συμπροσευχή με αιρετικούς. Συμπερασματικά: Είναι συνεπώς απολύτως εσφαλμένη η άποψη του καθηγητού Φειδά ότι οι Ι. Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς σχετίζονται αποκλειστικά με τη Θ. Λειτουργία και «συνδέουν πάντοτε το “συνεύχεσθαι” προς πράξεις συλλειτουργίας η συνιερουργίας ορθοδόξων κληρικών μετά αιρετικών» (Φειδάς, σ. 19) και «συνεπώς, η αληθής έννοια των ανωτέρω κανόνων (που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς) αναφέρεται εις μόνην την … απαγόρευσιν της συλλειτουργίας ορθοδόξων κληρικών μετά των ετεροδόξων και όχι βεβαίως εις την συμμετοχήν αυτών εις πάσαν άλλην προσευχήν» (Φειδάς, σ. 20).

Κατά την πατερική γραμματεία, τις κανονικές διατάξεις, τους έγκριτους ερμηνευτές, την εκκλησιαστική γραμματεία και τη σύγχρονη θεολογική σκέψη, ακόμα και κατ’ αυτόν τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, η κανονική απαγόρευση συμπροσευχής δεν αφορά μόνο στη Θ. Λειτουργία, αλλά σε οποιαδήποτε εκκλησιαστική προσευχή, τελετή και ακολουθία, οπουδήποτε και αν διεξάγονται ακόμα και στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως («οικουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας και άλλας θρησκευτικάς τελετάς» κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη). Β. Οι Ι. Κανόνες ως δημιούργημα του δ΄ αιώνος! Το δεύτερο σημείο της συλλογιστικής του καθηγητού αφορά στο χρόνο συντάξεως των Ιερών Κανόνων που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς και κατ’ επέκταση και στην εφαρμογή τους. Κατά τον καθηγητή για να κατανοηθεί σωστά η αληθής έννοια του Κανόνος πρέπει να γίνει «συνεπής αναφορά του πνεύματος αυτού εις τα συγκεκριμένα εκκλησιαστικά προβλήματα της συγκεκριμένης εποχής» και ειδικότερα «εις τας επικινδύνους δια την ενότητα της Εκκλησίας καταστάσεις του Δ΄ αιώνος» (Φειδάς, σ. 15). Μάλιστα αναφερόμενος στους ΜΕ΄ Αποστολικό και τους Στ΄, Θ΄, ΛΑ΄, ΛΒ΄, ΛΓ΄ της εν Λαοδικεία Συνόδου (δ΄αι.) σημειώνει ότι «η Εκκλησία εσχετικοποίησε πάντοτε τα όρια της κανονικής ακριβείας των ανωτέρω κανόνων εις την εκκλησιαστικήν πράξιν και δεν ανενέωσε το κύρος αυτών δια τινός μεταγενεστέρου κανόνος» (Φειδάς, σ. 20), υπονοώντας ότι η απαγόρευση αυτή δεν έχει εφαρμογή πλέον, αφού εξέλειπαν οι επικίνδυνες καταστάσεις για την ενότητα της Εκκλησίας που υπήρξαν τον δ΄ αι. όταν συνετάγησαν οι σχετικοί κανόνες. Ο καθηγητής αναλύει δια μακρών την εκκλησιαστική κατάσταση του δ΄ αι. και σε αυτή αποκλειστικά αποδίδει την αυστηρότητα με την οποία οι Αποστολικοί και λοιποί Κανόνες αντιμετωπίζουν την εν τη λατρεία επικοινωνία Ορθοδόξων και αιρετικών (Φειδάς, σ. 15-16, 26-27, 30-31).

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ασφαλώς όχι, διότι δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η αυστηρή απαγόρευση επικοινωνίας με αιρετικούς ανάγεται στα πρώτα αποστολικά χρόνια. Οι αναφορές στα κείμενα της Κ.Δ. είναι σαφείς και πιο απόλυτες από ότι των Ι. Κανόνων (Τίτ. 3, 10, 2 Ιω. 10-11, Ματθ. 7, 15. Πράξ. 20, 29. Β΄ Κορ. 11, 13. 2 Πέτρ. 2, 1. 1 Ιωάν. 4,1. 2 Ιω. 7). Το ίδιο και στους Αποστολικούς Πατέρες και στη συνέχεια με όλους τους Πατέρες. Ποια όμως η διαφορά με τον δ΄ αι; Οι Κανόνες ορισμένων από τις Τοπικές Συνόδους και τα κείμενα Πατέρων του δ΄ αι. με την επικύρωση από τις Οικουμενικές Συνόδους απέκτησαν αυξημένο κύρος και κυρίως εντάχθηκαν πλέον στο Κανονικό Δίκαιό της Εκκλησίας μας, γεγονός που δε συνέβη με παλαιότερες Συνόδους (εκτός της εν Καρχηδόνι του 252 μΧ) η άλλους παλαιότερους Πατέρες (εκτός Αγ. Διονυσίου και Αγ. Γρηγορίου). Έτσι, τα παλαιότερα κείμενα, επειδή δεν έχουν ενταχθεί στο κανονικό δίκαιο δεν είναι αντικείμενο μελέτης του . αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και ότι το πρώτον εμφανίζεται μόλις τον δ΄ αι. η Εκκλησία να λέει όχι στην επικοινωνία με τους αιρετικούς!

Συνεπώς, από τα πρώτα χρόνια και όχι από τον δ΄ αι. η Εκκλησία θέτει τις αυστηρές απαγορεύσεις για τους αιρετικούς και αμέσως μόλις αρχίζει να διαμορφώνεται το κανονικό της δίκαιο τις εντάσσει σε αυτό και αποκτούν έτσι και κανονικό – οικουμενικό κύρος. Αλλά και στους μετέπειτα αιώνες, όταν εξέλειπαν «αι επικίνδυναι δια την ενότητα της Εκκλησίας καταστάσεις του Δ΄ αιώνος» (Φειδάς, σ. 15) η Εκκλησία όχι μόνο δεν κατήργησε τους Ι. Κανόνες αυτούς ως περιττούς πλέον, αλλά τους διατήρησε και τους προσέδωσε και οικουμενικό κύρος. Τι άλλο σημαίνει η επικύρωσή τους χωρίς καμία τροποποίηση από τρεις Οικουμενικές Συνόδους; Οι Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς, έχουν επικυρωθεί αυτούσιοι χωρίς καμία τροποποίηση, από τον Α΄ Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (εκτός των Αποστολικών), τον Β΄ της Στ΄ Οικουμενικής, τον Α΄ της Ζ΄ Οικουμενικής καθώς και από την μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση μέχρι σήμερα. Είναι απορίας άξιο πως και αυτό το σημείο διέλαθε (;) της προσοχής του καθηγητού και όχι μόνο δεν μνημονεύει πουθενά την επικύρωση των Κανόνων αυτών από τις τρεις Οικουμενικές Συνόδους, αλλά και ισχυρίζεται ότι η Εκκλησία «δεν ανενέωσε το κύρος αυτών δια τινός μεταγενεστέρου κανόνος» (Φειδάς, σ. 20)! Η Εκκλησία στα πλαίσια της ποιμαντικής της μέριμνας και ευθύνης ασφαλώς έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της κατ’ οικονομίας αντιμετωπίσεως ορισμένων περιπτώσεων[12]. Μελετώντας τα σχετικά κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και των εγκρίτων κανονολόγων εύκολα διαβλέπουμε ότι είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να εφαρμόσουν πολλαπλώς την οικονομία όταν κάποιος αιρετικός αρνηθεί την πλάνη και θελήσει να επιστρέψει στην Εκκλησία, ενώ αντίθετα είναι εξαιρετικά φειδωλοί, έως και εντελώς αρνητικοί, στη χρήση της οικονομίας για τη συμπροσευχή με αιρετικούς. Μάλιστα είναι πολύ πιο αυστηροί και κατηγορηματικοί στην απαγόρευση της μεταβάσεως των Ορθοδόξων σε Ναό αιρετικών για συμπροσευχή μαζί τους, ενώ ορισμένοι είναι κάπως ανεκτικοί και κατ’ οικονομία δέχονται τους αιρετικούς να παρίστανται στην Ορθόδοξη λατρεία, όταν έρχονται με σεβασμό και διάθεση να τη γνωρίσουν.

Πάντως, ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν είναι αποδεκτή η ενεργής συμμετοχή των αιρετικών – και μάλιστα των ηγετών – στη λατρευτική πράξη. Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι οι τυχόν εξαιρέσεις στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για την αμνήστευση σημερινών πρακτικών που δεν έχουν καμία σχέση με την διαχρονική εκκλησιαστική συμπεριφορά και πρακτική.

Ο κ. Φειδάς αφιερώνει μεγάλο τμήμα της μελέτης του (σ. 21-26) σε «ι. κανόνες της εν Καρθαγένη Συνόδου (419) περί του διαλόγου μετά των Δονατιστών, οι οποίοι εκφράζουν και το διαχρονικό πνεύμα της ορθοδόξου κανονικής παραδόσεως δια πάντα θεολογικόν διάλογον μετά των ετεροδόξων» (Φειδάς, σ. 22). Και όμως . η προσεκτική μελέτη των Κανόνων αυτών δεν οδηγεί σε δικαίωση των απόψεων του καθηγητού! Αντιθέτως μάλλον! Και εξηγούμε: Το άρθρο του καθηγητού Φειδά αφορά στο «ζήτημα της συμπροσευχής μετά των ετεροδόξων κατά τους Ιερούς Κανόνες». Το ευρύτερο θέμα των θεολογικών διαλόγων και των διαχριστιανικών σχέσεων, όσο και αν σχετίζεται με το θέμα της συμπροσευχής απαιτεί ίδια μελέτη. Δεν είναι δυνατόν να εξετάζεται παρενθετικά και από σπόντα! Στο άρθρο αναφέρονται πέντε Κανόνες της εν Καρθαγένη Συνόδου (από τους συνολικά 18 που αφορούν τους Δονατιστές). Πραγματικά η Εκκλησία πονά και ενδιαφέρεται πάρα πολύ για την μετάνοια και προτάσσει την εκκλησιαστική οικονομία για την επιστροφή τους – ποιος αμφιβάλλει γι’ αυτό, η ποιος διαφωνεί; Στους Κανόνες αυτούς περιγράφεται δια πολλών η διαδικασία που οφείλουν να ακολουθήσουν οι ορθόδοξοι ποιμένες στο διάλογο μαζί τους. Το κρίσιμο όμως εν προκειμένω είναι ότι πουθενά στους Κανόνες δεν υπονοείται ούτε στο ελάχιστο κοινή λατρευτική σύναξη, κοινή προσευχή η άλλη κοινή θρησκευτική τελετή με τους εν διαλόγω ευρισκομένους, ούτε ασφαλώς προτρέπονται εις Ορθόδοξοι ποιμένες και πιστοί σε σύνταξη «διομολογιακής προσευχής», η εις «συμμετοχήν εις κοινήν προσευχήν υπέρ της ενότητος η εις λατρευτικάς εκδηλώσεις των διεξαγουσών επίσημον θεολογικόν διάλογον Εκκλησιών δια την υποστήριξιν η και δια την ενίσχυσιν των προοπτικών αυτού» (Φειδάς, σ. 27). Συνεπώς, ακολουθώντας τον κ. Φειδά που συσχετίζει τους ανωτέρω Ι. Κανόνες με το θέμα της συμπροσευχής, αν δεχθούμε ότι «ι. κανόνες της εν Καρθαγένη Συνόδου (419) περί του διαλόγου μετά των Δονατιστών, … εκφράζουν και το διαχρονικό πνεύμα της ορθοδόξου κανονικής παραδόσεως δια πάντα θεολογικόν διάλογον μετά των ετεροδόξων» (Φειδάς, σ. 22) διερωτώμαι από που συνάγεται ότι οι Ιεροί Κανόνες «όχι μόνο ανέχονται, αλλά και ενθαρύνουν την κοινήν προσευχήν προς ενίσχυσιν της εκπεφρασμένης διαθέσεως εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου δια την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος» (Φειδάς, σ. 28), η πόθεν συνάγεται ότι «εν τη διαχρονική εκκλησιαστική πράξει … πάσα πρωτοβουλία διαλόγου προς αποκατάστασιν της ενότητος της Εκκλησίας, … εμπεριείχε πάντοτε ως αυτονόητον την κοινή προσευχήν των εκπροσώπων των διαλεγομένων Εκκλησιών»;

Ερωτάται ο πλέον αρμόδιος περί την εκκλησιαστική ιστορία κ. Φειδάς: Οι διάλογοι που έχει διεξάγει η Εκκλησία στη δισχιλιετή ζωή της είναι πάμπολλοι – άλλοι είχαν αίσια έκβαση και άλλοι απέτυχαν . υπάρχει ιστορικό προηγούμενο το οποίο να δικαιολογεί τα όσα γίνονται σήμερα στην οικουμενική κίνηση αναφορικά με τις συμπροσευχές; π.χ. εβδομάδα προσευχής για την ενότητα των Εκκλησιών;

πότε άλλοτε Ορθόδοξοι και αιρετικοί συνεργάστηκαν για τη σύνταξη «διομολογιακής προσευχής», όπως έγινε στο ΠΣΕ; πότε άλλοτε μέσα στην εκκλησιαστική ιστορία ο ηγέτης της αιρέσεως λαμβάνει ενεργό μέρος στην επισημότερη, ας μου επιτραπεί, Ορθόδοξη Θ. Λειτουργία και θυμιάται ως χοροστατών κανονικός Επίσκοπος, εκφωνεί την Κυριακή προσευχή εξ ονόματος του Ορθοδόξου πληρώματος, δέχεται και ανταποδίδει το λειτουργικό ασπασμό, πράξεις που μόνο σε συλλειτουργούντες αρχιερείς και ιερείς επιτρέπονται; και στο τέλος από το επίσημο βήμα του Πατριαρχικού Ναού διακηρύττει και το παπικό πρωτείο; Πότε υμνήθηκε σε επίσημη ακολουθία εν Ι. Ναώ ο ηγέτης της αιρέσεως η και του σχίσματος ως κανονικός Επίσκοπος και μάλιστα «σεπτός Ποιμένας και Πρόεδρος» και η αίρεση η το σχίσμα στο οποίο προΐσταται ως «Εκκλησία η σεπτή»[13]; Υπάρχει τέτοιο προηγούμενο; Δεν αποτελεί πρόκληση; Σε τελική ανάλυση, αφού «εν τη διαχρονική εκκλησιαστική πράξει … πάσα πρωτοβουλία διαλόγου προς αποκατάστασιν της ενότητος της Εκκλησίας, … εμπεριείχε πάντοτε ως αυτονόητον την κοινή προσευχήν των εκπροσώπων των διαλεγομένων Εκκλησιών» γιατί στη μελέτη του ο κ. Φειδάς δεν μας παρουσιάζει από ένα-δύο ιστορικά πειστήρια του ισχυρισμού του από κάθε εποχή της εκκλησιαστικής μας ιστορίας; Θα ήταν σημαντικό να μας αναφέρει περιστατικά από την «κοινή προσευχή των εκπροσώπων των διαλεγομένων Εκκλησιών» στα πλαίσια των διαλόγων για την εκκλησιαστική ενότητα στην εποχή των γνωστικών (β΄ και γ΄ αι.), των αρειανικών ερίδων (δ΄ αι.), των χριστολογικών αιρέσεων (ε΄, στ΄, ζ΄ αι.), της εικονομαχίας, των ενωτικών προσπαθειών με τη Δύση (ια–ιε αι.), των διαλόγων με του Προτεστάντες (ιστ΄, ιζ΄ αι.); Παρακαλείται ιδιαιτέρως ο κ. Φειδάς να μας γνωρίσει αν διασώζονται στην υμνογραφία μας παρόμοιοι ύμνοι με τους προαναφερθέντες! Μήπως τελικά η απουσία παρομοίων με τα σημερινά περιστατικών στην ιστορία της Εκκλησίας επιβεβαιώνει το ανακριβές του ισχυρισμού του καθηγητού; Παράλληλα, δεν πρέπει να μας εμβάλλει σε σκέψη για το που και πως πορευόμαστε! Γ. Οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες δεν έχουν χαρακτηριστεί ως αιρετικοί;! Κατά τον κ. Φειδά «οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι Παλαιοκαθολικοί, οι Αγγλικανοί, και οι Προτεστάντες δεν έχουν καταδικασθεί υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας δι’ επισήμου εκκλησιαστικής πράξεως ως αιρετικοί … διο και είναι αβάσιμοι οι υπό τινών αποδιδόμενοι εις αυτούς χαρακτηρισμοί ως αιρετικών, αφού μόνο η Εκκλησία δύναται να χαρακτηρίζη δι’ επισήμου πράξεως … ως αιρετικούς η σχισματικούς» (Φειδά, σ. 31).

Είναι προφανές ότι και ο ίδιος ο καθηγητής δεν αποδέχεται πλήρως την προαναφερθείσα άποψη ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες δεν έχουν καταδικασθεί ως αιρετικοί, διότι εν εναντία περιπτώσει δεν χρειαζόταν η λοιπή επιχειρηματολογία της μελέτης, διότι αυτός και μόνο ο λόγος ήταν υπέρ επαρκής ώστε οι εν λόγω Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή με αιρετικούς να μην ισχύουν στην περίπτωση των Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών!

Επισημαίνεται ότι και σχισματικοί μόνο να ήσαν οι Παπικοί και πάλι η συμπροσευχή μαζί τους απαγορεύεται σύμφωνα με τους Κανόνες! Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι: τι σημαίνει «η Εκκλησία χαρακτηρίζει», η πως αποφαίνεται η Εκκλησία για τις αιρέσεις; Ασφαλώς υπέρτατη Αρχή, αλλά όχι αποκλειστική, που εκφράζει την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Όταν όμως δεν είναι δυνατόν να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος, η όταν η Εκκλησία δεν κρίνει σκόπιμο να την συγκαλέσει, η Εκκλησία αποφαίνεται και χαρακτηρίζει μία διδασκαλία ως αιρετική και τον εκφραστή της ως αιρετικό μέσω Τοπικών Συνόδων. Ακόμα και η ομόφωνη γνώμη των Πατέρων (consesus patrum) εκφράζει το αψευδές φρόνημα της Εκκλησίας. Ο ΙΕ΄ κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου με απόλυτη σαφήνεια αναφέρεται σε «αίρεσιν τινά παρά των Αγίων Συνόδων, η Πατέρων κατεγνωσμένην».

Τα παραδείγματα από τη ζωή και την παράδοση της Εκκλησίας που επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω είναι πολλά: · Οι γνωστικοί χαρακτηρίστηκαν ως αιρετικοί χωρίς να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος. · Οι μεγάλοι αιρεσιάρχες Άρειος, Μακεδόνιος, Νεστόριος, οι εικονομάχοι χαρακτηρίστηκαν αιρετικοί και αποκόπηκαν από την εκκλησιαστική κοινωνία, πριν να συνέλθει η Οικουμενική Σύνοδος που τους κατεδίκασε οριστικά. · Οι εχθροί του ησυχασμού καταδικάστηκαν ως αιρετικοί από Τοπικές Συνόδους στην Κωνσταντινούπολη. · Ο εθνοφυλετισμός καταδικάστηκε ως αίρεση το 1872 σε Τοπική Σύνοδο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

Τι συμβαίνει λοιπόν με τον Παπισμό; Βέβαια η Εκκλησία για λόγους που Αυτή έκρινε, δεν συνεκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο για να προβή σε ρητή καταδίκη όπως έγινε με άλλους αιρετικούς. Όμως για τη διαχρονική εκκλησιαστική συνείδηση ο Παπισμός είναι αίρεση: πολλοί έγκριτοι Θεολόγοι και κανονολόγοι και κυρίως το σύνολο των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας που ασχολήθηκαν με τον Παπισμό ομόφωνα αποφαίνονται ότι η Ρωμαιοκαθολική «εκκλησία» είναι αιρετική.

Δεν υπάρχει ούτε ένας Άγιος της Εκκλησίας μας – ναί! ούτε ένας Άγιος – ο οποίος να υποστηρίζει ότι ο Παπισμός δεν είναι αίρεση! Επί πλέον, υπάρχει πληθώρα Τοπικών Συνόδων – της αυτής τυπικής ισχύος με τις Συνόδους για τις ησυχαστικές έριδες και τον εθνοφυλετισμό – που έχουν καταδικάσει τις παπικές πλάνες ως αιρέσεις. Αλλά και στα λειτουργικά κείμενα η Ορθόδοξη Εκκλησία αναφέρει τον Παπισμό ως αίρεση (Συνοδικό Ορθοδοξίας).

Τέλος, μία από τις πλάνες του Παπισμού, το Filioque, έρχεται σε αντίθεση με τον όρο της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, την απόφαση της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου και έχει καταδικαστεί ρητώς από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (879) στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του Πάπα και όλων των Πατριαρχών, οι δε αποφάσεις της έχουν γίνει ομόφωνα αποδεκτές από τους συμμετέχοντες και από το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Στην αξιόλογη έκδοση της Ι. Μ. Ος. Γρηγορίου, Οι αγώνες των μοναχών υπέρ της Ορθοδοξίας, Άγ. Όρος 2003 σ. 205-341, παρατίθενται οι απόψεις πολλών Αγίων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας (άνω των 40 προσώπων) που κατήγγειλαν ως αιρετικές τις παπικές καινοτομίες. Μάλιστα ορισμένοι από αυτούς έδωσαν και το αίμα τους για την Ορθόδοξη Πίστη. Επίσης ο θεολόγος Παν. Σημάτης αναφέρεται εκτός των Οικουμενικών Συνόδων και σε πολλές Τοπικές Συνόδους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας μετά το Σχίσμα που καταδικάζουν ως αιρετικές τις διδασκαλίες του Παπισμού[14]. Ενδεικτική είναι η Συνοδική απόφαση των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, και Ιεροσολύμων (1848) : «από αυτές τις αιρέσεις που διαδόθηκαν σε μεγάλο μέρος της οικουμένης, για τους λόγους που γνωρίζει ο Κύριος, ήταν κάποτε ο Αρειανισμός. Σήμερα είναι και ο Παπισμός … (το Filioque) είναι αίρεση και αυτοί που την πιστεύουν αιρετικοί … γι’ αυτό και η μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ακολουθώντας τα ίχνη των αγίων Πατέρων, ανατολικών και δυτικών, κήρυξε και παλαιά επί των Πατέρων μας, και αποφαίνεται πάλι σήμερα συνοδικώς … ότι είναι αίρεση και οι οπαδοί του αιρετικοί … Επίσης, οι συνάξεις που συγκροτούνται από αυτούς είναι αιρετικές και κάθε κοινωνία πνευματική των Ορθοδόξων τέκνων … με αυτούς είναι αντικανονική, όπως ορίζει ο ζ΄ κανόνας της Γ΄ Οικ. Συνόδου»[15]. Παρόμοια αναφέρει και η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος (1895): «υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές που αφορούν στα θεοπαράδοτα δόγματα της πίστεώς μας και στο θεοσύστατο κανονικό πολίτευμα της διοικήσεως των Εκκλησιών … Η Παπική Εκκλησία …όχι μόνο αρνείται να επανέλθη στους Κανόνες και τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά στο τέλος του 19ου αι. ευρύνοντας το υφιστάμενο χάσμα, επισήμως ανακήρυξε και αλάθητο … Η σημερινή Ρωμαϊκή είναι Εκκλησία των καινοτομιών, της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των Πατέρων, της παρερμηνείας της Γραφής και των όρων των Οικουμενικών Συνόδων. Γι’ αυτό ευλόγως και δικαίως αποκηρύχθηκε και αποκηρύσσεται εφ’ όσον μένει στην πλάνη της»[16]. Συνεπώς, το αν κάποιος – όποιος και αν είναι αυτός – δεν αποδέχεται τη σαφή και πάγια διδασκαλία της Εκκλησίας μας, την ομόφωνη γνώμη των Συνόδων Της και των Αγίων μας ότι ο Παπισμός είναι αίρεση, είναι θέμα προσωπικής του επιλογής και ευθύνης. Ας διερωτηθούμε όμως, ως έχοντες την ευθύνη των ποιμένων και διδασκάλων του λαού του Θεού, όταν όλοι οι Άγιοι και πολλές Σύνοδοι ομόφωνα και ρητώς αποφαίνονται, πως μπορούμε εμείς σήμερα ελαφρά τη καρδία να δογματίζουμε ισχυριζόμενοι ότι είναι «αβάσιμοι οι υπό τινών αποδιδόμενοι εις αυτούς χαρακτηρισμοί ως αιρετικών»; Τότε μήπως και ο εθνοφυλετισμός δεν είναι αίρεση, η οι απόψεις του Βαρλαάμ και Ακινδύνου δεν είναι αιρετικές; Γιατί δύο μέτρα και δύο σταθμά; Η εμείς θα κρίνουμε κατά το δοκούν ημίν ότι κάποιες από τις Τοπικές Συνόδους και τις ομοφώνως εκφρασθείσες γνώμες των Αγίων εκφράζουν την Εκκλησία και κάποιες όχι; Εμείς ξέρουμε καλύτερα από όλους τους Αγίους και τις Συνόδους που απεφάνθησαν; δεν εγγίζει ένας τέτοιος ισχυρισμός τα όρια της βλασφημίας; Επί πλέον δε, τι θα συμβεί αν αυτή τη συλλογιστική για τον Παπισμό την επεκτείνουμε και σε άλλες αιρέσεις π.χ. στους Μάρτυρες του Ιεχωβά, τους Μορμόνους, τους Πεντηκοστιανούς, τους τηλευαγγελιστές, οι οποίοι επειδή «δεν έχουν καταδικασθεί υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας δι’ επισήμου εκκλησιαστικής πράξεως ως αιρετικοί … διο και είναι αβάσιμοι οι υπό τινών αποδιδόμενοι εις αυτούς χαρακτηρισμοί ως αιρετικών, αφού μόνο η Εκκλησία δύναται να χαρακτηρίζη δι’ επισήμου πράξεως … ως αιρετικούς η σχισματικούς»; Μελετώντας τα σχετικά κείμενα βλέπουμε το εξής παράδοξο: στο παρελθόν ολόκληρη η Ορθόδοξη Παράδοση, ομόφωνα σχεδόν, χαρακτήριζε τους Ρωμαιοκαθολικούς ως αιρετικούς (ελάχιστες οι εξαιρέσεις κυρίως στους πρώτους αιώνες του σχίσματος και αυτές όχι από μεγάλους θεολόγους).

Τις τελευταίες όμως δεκαετίες, αντίθετα, βλέπουμε όλο και περισσότερο θεολόγους που υπηρετούν στην Οικουμενική Κίνηση, αρνούμενοι εντελώς τη μακραίωνη παράδοση της Ορθοδοξίας, να ισχυρίζονται με χαρακτηριστική επιμονή ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν είναι αιρετικοί! Η έντονη αυτή αντίθεση δημιουργεί εύλογη απορία: πως είναι δυνατόν Ορθόδοξοι θεολόγοι να εκφράζονται ριζικά αντίθετα με την εκκλησιαστική τους παράδοση; Τι έχει συμβεί και έχουμε τέτοια ομοφωνία στην άρνηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως στους οικουμενιστικούς κύκλους των Ορθοδόξων θεολόγων σε αυτό το κρίσιμο θέμα; Η εύλογη απορία ίσως βρίσκει την απάντησή της στην εισήγηση του καθηγητού του Πανεπιστημίου Μονάχου κ. Αθ. Βέλτση, ο οποίος στην επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσε η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης με θέμα «Ο θεολογικός Διάλογος μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Θεσσαλονίκη 20.5.2009)», αναφέρθηκε σε συναντήσεις που προηγήθηκαν του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου (1980), οι οποίες «όχι μόνο προετοίμασαν το Θεολογικό Διάλογο, αλλά θα μπορούσαν να θεωρηθούν εν πολλοίς παραδειγματικές για τη λύση των εκκρεμών θεολογικών ζητημάτων. Οι λύσεις που έχουν προταθεί – κατά τον καθηγητή – θα μπορούσαν ακόμη σήμερα να αποτελέσουν τη διέξοδο, αληθή διέξοδο στην πορεία των Εκκλησιών για την αναζήτηση της ενότητας». Και συνεχίζει ο καθηγητής Βέλτσης με το εξής αποκαλυπτικό: «Το 1976 σε ένα από τα συμπόσια του Pro Οrientis στο Πανεπιστήμιο του Graz ο καθηγητής της Δογματικής Joseph Ratzinger διετύπωσε μία πρόταση για τη λύση του επίμαχου θεσμού της δικαιοδοσίας της Ρώμης και της ένωσης των Εκκλησιών, της Καθολικής και της Ορθόδοξης. Η ενότητα θα μπορούσε – είπε ο Ratzinger – “να επιτευχθεί πάνω στη βάση ότι η Ανατολή θα παραιτείτο από το να πολεμά τη δυτική εξέλιξη της β΄χιλιετίας ως αιρετική και θα αναγνώριζε την Καθολική Εκκλησία με εκείνη τη μορφή ως νόμιμη και ορθή από άποψη πίστης, στην οποία η Καθολική Εκκλησία βρέθηκε μέσα από την εξέλιξη της β΄χιλιετίας, ενώ αντίστροφα η Δύση θα αναγνώριζε την Ανατολή ως νόμιμη και ορθή στην πίστη σε εκείνη τη μορφή την οποία αυτή διατήρησε στην ιστορία της”»! Ο Ratzinger είναι σαφέστατος: «η Ανατολή θα παραιτείτο από το να πολεμά τη δυτική εξέλιξη της β΄χιλιετίας ως αιρετική»! Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την πρόταση του τότε καθηγητού J. Ratzinger και σημερινού Πάπα Βενεδίκτου XVI, οι Ορθόδοξοι θεολόγοι που διακονούν στο διάλογο δεν οφείλουν να προσαρμόζουν το θεολογικό τους λόγο και τη συμπεριφορά στην εκκλησιαστική παράδοση της Ορθοδοξίας, αλλά να συμμορφώσουν την παράδοσή μας στους στόχους που έχουν τεθεί σε συνεννόηση με τον Πάπα! Αν θέλουν οι Ορθόδοξοι να υπηρετούν το Διάλογο θα πρέπει, κατά τον Πάπα, να μην χαρακτηρίζουν ως αιρετικά τα καινοφανή δόγματα της Παπωσύνης και να ερμηνεύσουν την εκκλησιαστική τους παράδοση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι σε αντίθεση με τον Παπισμό! Κατόπιν αυτών, είναι πολύ «κακός» – κατά τον π. Παίσιο – ο λογισμός, όταν λέει ότι ο Πάπας φαίνεται να καθορίζει σε ορισμένα θέματα το θεολογικό λόγο κάποιων συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων; Η τέλος πάντων, για να το πούμε πιο κομψά, ότι ο θεολογικός λόγος κάποιων –ασφαλώς όχι όλων – Ορθοδόξων είναι αποτέλεσμα … συμφωνίας με τον Πάπα; Για ορισμένους, δυστυχώς, το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να προσαρμόσουν τη δική τους συμπεριφορά στην εκκλησιαστική μας παράδοση, αλλά να «κόβουν και ράβουν» την παράδοσή μας σύμφωνα με τους στόχους που αυτοί έχουν θέσει… Και όταν τα βρίσκουν δύσκολα με την πατερική διδασκαλία 10 αιώνων μετά το Σχίσμα – η οποία στο σύνολό της είναι εναντίον των Παπικών δογμάτων – την ακυρώνουν με το θεολογικότατο επιχείρημα ότι είναι … πολεμική, ενώ εμείς σήμερα είμαστε πλήρεις … αγάπης! Δ. Περιφρόνηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως η Οικουμενική Κίνηση; Στην προσπάθεια δικαιολογήσεως των αντικανονικών συμπροσευχών ο καθηγητής ισχυρίζεται ότι αυτές είναι «αναπόφευκτος συνέπεια της επισήμου αποφάσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας να συμμετέχη δι’ εκπροσώπων … εις τα θεσμικά όργανα και τας δραστηριότητας της συγχρόνου Οικουμενικής κινήσεως δια την ενότητα των χριστιανών» (Φειδάς, σ. 11). Τίθεται λοιπόν ένα (ψευτο-)δίλλημα: περιφρόνηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως η Οικουμενική Κίνηση; Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ασφαλώς όχι! Η άποψη του καθηγητού είναι αυθαίρετη! Διότι η ιστορία της Εκκλησίας και η σημερινή πραγματικότητα βεβαιώνουν ότι μπορεί να υπάρχει διαχριστιανικός διάλογος χωρίς συμπροσευχές με απόλυτο σεβασμό στην εκκλησιαστική μας παράδοση: 1. Πάντοτε η Εκκλησία στην ιστορία της συνδιαλεγόταν με σχισματικούς και αιρετικούς ακόμα και με ετεροθρήσκους, με πολλούς από τους οποίους εκπληρώθηκε η προσδοκία για ένωση. Και όμως πάντοτε επιβαλλόταν η θερμή και έντονη προσευχή, αλλά απαγορευόταν αυστηρά και η απλή συμπροσευχή! 2. Το ότι είναι εφικτό αλλά και επιβάλλεται να συνδυάζονται διαχριστιανικές σχέσεις και σεβασμός στην εκκλησιαστική παράδοση ας ακούσουμε τον έμπειρο στους Θεολογικούς διαλόγους πρωτοπρεσβύτερο του Οικουμενικού Θρόνου π. Θεόδωρο Ζήση, ο οποίος προτείνει την μόνη αποδεκτή από την εκκλησιαστική τάξη συμπεριφορά: «Υπάρχει και άλλος τρόπος διαλόγου και προσεγγίσεως των ετεροδόξων, χωρίς συμφυρμούς, συμπροσευχές και συλλείτουργα. Η κατ’ οικονομίαν απλή σωματική παρουσία, χωρίς καμία προσευχητική η λειτουργική συμμετοχή … Ακόμη και κατά τη έναρξη των θεολογικών συζητήσεων σε κοινή συνδιάσκεψη (στη Φερράρα), προσευχήθηκαν ξεχωριστά οι Λατίνοι και ξεχωριστά οι Ορθόδοξοι, τακτική που τηρείται μέχρι σήμερα σε μερικούς από τους θεολογικούς διαλόγους»[17]. 3. Σχετική είναι και η Ανακοίνωση της 9/22-4-1980 της Ιεράς Εκτάκτου Διπλής Συνάξεως της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους Άθω «Περί του Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών», όπου μεταξύ άλλων παρακαλούσε το Άγ. Όρος όπως εις το εξής «ο θεολογικός διάλογος ουδόλως συνοδεύηται από συμ­προσευχάς, συμμετοχάς εις τας λειτουργικάς και λατρευτικάς συνάξεις εκα­τέρων και λοιπάς ενεργείας, αι οποίαι ενδέχεται να δώσουν την εντύπωσιν ότι η ημετέρα Ορθόδοξος Εκκλησία δέχεται τους Ρωμαιοκαθολικούς ως πλήρη Εκκλη­σίαν και τον Πάπαν ως κανονικόν Επίσκοπον Ρώμης. Τοιαύται ενέργειαι παραπλα­νούν και το Ορθόδοξον πλήρωμα και τους Ρωμαιοκαθολικούς, δίδοντες εις αυτούς την εσφαλμένην εντύπωσιν περί του τι φρονεί περί αυτών η Ορθοδοξία…»[18]. 4. Ας μη ξεχνούμε, επίσης, ότι μέχρι πολύ πρόσφατα διεξαγόταν θεολογικός διάλογος με τις προχαλκηδόνιες Εκκλησίες. Και όμως ποτέ δεν τέθηκε θέμα συμπροσευχής μαζί τους, διότι οι εκκλησίες αυτές σέβονται την εκκλησιαστική τάξη επ’ αυτού του σημείου! Η συμμόρφωση των συμμετεχόντων στο θεολογικό αυτό διάλογο με την κανονική παράδοση σε τίποτα δεν παρεμπόδισε τον διάλογο αυτό να προχωρήσει. Για ποιο λόγο λοιπόν να μην εφαρμοσθεί και αυτή η πρακτική στις επαφές με τους Ρωμαιοκαθολικούς η τους Προτεστάντες; 5. Στο ίδιο πνεύμα της προτάσεως του π. Θεοδ. Ζήση είναι και η προαναφερθείσα από 31 Ιανουαρίου 1952 Εγκύκλιος της υπό τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Πατριαρχικής Συνόδου προς τους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπου αποτρέπει τους εκπροσώπους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών που συμμετέχουν σε θεολογικούς διαλόγους από τις συμπροσευχές. 6. «Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θεωρεί αυτονόητον την κανονικήν απαγόρευσιν (της συμπροσευχής με ετεροθρήσκους) και την αποχήν απ’ αυτής, χωρίς τούτο να σημαίνη ότι η απαγόρευσις της συμπροσευχής συμπαρασύρει εις απαγόρευσιν και τον διαθρησκειακόν διάλογον» τονίζει και ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη μπορεί να υπάρχει διάλογος και συνεργασία χωρίς συμπροσευχή! 7. Αντίθετα, η λογική του κ. Φειδά περί αρρήκτου συνδέσεως του διαχριστιανικού διαλόγου με τις συμπροσευχές είναι εις βάρος της ίδιας της Οικουμενικής Κινήσεως. Διότι μία προσπάθεια η οποία οδηγεί σε περιφρόνηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως δεν μπορεί να είναι αποδεκτή από κανένα Ορθόδοξο! Ένας διάλογος ο οποίος θεμελιώνεται στην παράβαση των Ι. Κανόνων δεν μπορεί να έχει την ευλογία του Θεού, παρά την όποια καλή διάθεση των εμπλεκομένων! Τελικά σε τι είδους Ορθόδοξη μαρτυρία προβαίνουν οι συμμετέχοντες σε μία διαδικασία που περιφρονούνται οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και η μακραίωνη παράδοση και ζωή της Ορθοδοξίας; Ένας τέτοιος διάλογος είναι εκ των προτέρων αποτυχημένος και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από την εκκλησιαστική συνείδηση! 8. «Κάνουμε μόνο ζημιά και αντιθέτως δεν βοηθούμε καθόλου τον διάλογο» λέει απερίφραστα ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός – επί εικοσαετία συμπρόεδρος στον Επίσημο Θεολογικό Διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς – αναφερόμενος σε ορισμένες συμπροσευχές τις οποίες και χαρακτηρίζει ως «λάθη τραγικά» που έχουν σοβαρές συνέπειες: «δυστυχώς δημιουργούν πολύ θόρυβο, πολλή ζημία, χωρίς να έχουμε απολύτως κανένα κέρδος. Έτσι δίνουμε την εντύπωση ότι σπεύδουμε να κάνουμε μία Intercommunio, μία μυστηριακή κοινωνία με τους ετεροδόξους … κάνουμε μόνο ζημιά και αντιθέτως δεν βοηθούμε καθόλου τον διάλογο»[19]. 9. Τέλος η συμμόρφωση με τους Ι. Κανόνες και η άρνηση των Ορθοδόξων εκπροσώπων να συμμετέχουν σε κοινή Θ. Λειτουργία (intercommunio, Λειτουργία της Lima) – παρά την επιμονή των ετεροδόξων – σε τίποτα δεν εμπόδισε, ούτε στο ελάχιστο, το διάλογο με τους ετεροδόξους. Γιατί να μην τηρηθεί η ίδια στάση για κάθε μορφής συμπροσευχή; Ε. Οι συμπροσευχές με τους αιρετικούς και ο λαός του Θεού Ο ίδιος ο καθηγητής συνομολογεί ότι η αυστηρότητα της Εκκλησίας για την εν τη λατρεία επικοινωνία με αιρετικούς κατά τον δ΄ αι. οφείλετο αποκλειστικά σε ποιμαντικούς λόγους προστασίας του ορθοδόξου φρονήματος του λαού. Βέβαια υποστηρίζει ότι εξέλειπαν πλέον οι κίνδυνοι της εποχής εκείνης και υπονοεί ότι σήμερα δεν υπάρχει κανένας λόγος για την απαγόρευση της συμπροσευχής με τους αιρετικούς στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως! Ασφαλώς δεν υφίστανται οι κίνδυνοι του δ΄ αι. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά και επικίνδυνα . δεν υπάρχει, όπως παλαιότερα, ο κίνδυνος αποχώρησης από την Ορθόδοξη Εκκλησία και ένταξης στη Ρωμαιοκαθολική, αλλά ένας πολύ σοβαρότερος: η αλλοίωση του Ορθοδόξου αισθητηρίου. Σήμερα, στην εποχή της εκκοσμικεύσεως, υπάρχει μία αυξανόμενη αδιαφορία για την πίστη, που τελικά σημαίνει αδιαφορία για το ίδιο το ευαγγελικό μήνυμα. Το σύνθημα της νέας εποχής είναι πολύ πιο επικίνδυνο από οποιαδήποτε αίρεση του παρελθόντος: «όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Θεό . κανένας δεν δικαιούται την αποκλειστικότητα . όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο και καμία θρησκεία δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι εκφράζει ολόκληρη την αλήθεια . παντού υπάρχει μέρος της αλήθειας . δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο καθένας». Είναι προφανές ότι η αντίληψη αυτή ανατρέπει την ουσία της Εκκλησίας και αλλοιώνει το Ορθόδοξο ήθος των πιστών, διότι αποτελεί καθολική άρνηση του Ευαγγελίου, αφού οδηγεί σε άρνηση του μοναδικού Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού Χριστού. Βέβαια, θέλω να πιστεύω, ότι κανένας από τους Ορθοδόξους ποιμένες δε συμμερίζεται τη «θεωρία των κλάδων» και γενικότερα τη διδασκαλία της νέας εποχής, ακόμα και αν κάποιες διατυπώσεις του λόγου επιτρέπουν και άλλες αναγνώσεις (πχ. περί των δύο πνευμόνων του Χριστιανισμού!). Όμως υπάρχει σοβαρό πρόβλημα όταν οι Ορθόδοξοι Ποιμένες, και μάλιστα οι τα πρώτα φέροντες, δίνουν την εντύπωση στον απλό λαό ότι δεν πρέπει να προτάσσεται η αλήθεια της πίστεως, ότι δεν έχει και πολλή σημασία το δόγμα, αρκεί να είμαστε «αγαπημένοι». Αλίμονο όταν τίθεται σε αντιδιαστολή η ακρίβεια της πίστεως και η αγάπη! Αυτό βέβαια δε λέγεται πλέον ρητώς (ευτυχώς δεν επαναλήφθηκαν οι ατυχείς (;) φράσεις του Αθηναγόρα), αλλά ο πιστός λαός, που δυστυχώς δεν γνωρίζει πολλά για την πίστη του, όταν βλέπει τους ηγέτες των αιρέσεων να παρίστανται και να συμμετέχουν ενεργά στην Ορθόδοξη λατρεία και τους Ορθοδόξους Επισκόπους να συμπροσεύχονται συχνά-πυκνά με τους αιρετικούς ενδεδυμένοι άμφια (ο λαός και το μανδύα το θεωρεί λειτουργικό ένδυμα), το μήνυμα που παίρνει είναι ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύουμε, δεν έχουν σημασία οι διαφορές στην πίστη, αφού όλοι το ίδιο είμαστε και όλοι μπορούμε από κοινού να στεκόμαστε ενώπιον του Θεού συμπροσευχόμενοι. Είναι προφανής η ζημιά που γίνεται, και μετά ας κάνουμε όσα κηρύγματα θέλουμε για τη μοναδικότητα της Ορθοδοξίας και την αξία της αληθούς πίστεως κοκ. Η συνείδηση του λαού μας έχει ήδη αλλοιωθεί! Και έτσι φτάσαμε – για να χρησιμοποιήσω περιστατικό από την πόλη μου – θεολόγος καθηγητής, αυτοπροβαλλόμενος ως υπέρμαχος του διεκκλησιαστικού διαλόγου, να μη βλέπει το παραμικρό εκκλησιολογικό πρόβλημα αν κάποιοι Ορθόδοξοι συστηματικά, κάθε Κυριακή, εκκλησιάζονται και ψάλλουν στο Ρωμαιοκαθολικό Ναό των Πατρών! Αυτό δεν είναι σχετικοποίηση της πίστεως, πλήρης άμβλυνση του ορθοδόξου αισθητηρίου, πλήρης καταστροφή των εκκλησιολογικών αντανακλαστικών; Πραγματικά η κορύφωση της τραγικότητας και της σύγχυσης – και μάλιστα στο λόγο θεολόγου! Για το κατάντημα αυτό δεν έχουν ευθύνη οι τα πρώτα φέροντες της Εκκλησίας μας και συμπροσευχόμενοι με τους ετεροδόξους ευκαίρως-ακαίρως; Εκτός αν όλες αυτές οι συμπροσευχές γίνονται επίτηδες για να προκαλέσουν και κυρίως να διαμορφώσουν ένα τέτοιο ήθος στους πιστούς μας, ώστε να εξαλειφθεί κάθε αντίσταση στα σχέδια κάποιων! Μήπως, δηλαδή, κάποιοι για το μόνο που ενδιαφέρονται είναι να πραγματοποιηθεί πάση θυσία μία, οποιασδήποτε μορφής, «ένωση των Εκκλησιών». Και ως μοναδικό δρόμο επέλεξαν τη θεωρία-μεθόδευση που, κατά τον Μητροπολίτη Τυρολόης (του Οικουμ. Πατριαρχείου) κ. Παντελεήμονα, «διετυπώθη υπό τινών Ρωμαιοκαθολικών συνέδρων» στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο ότι “η ένωσις θα επιτευχθεί σταδιακώς και ουχί δια διαπραγματεύσεων εκκλησιαστικο-θεολογικών σε τρία στάδια: α) φιλία και ψυχολογική προπαρασκευή (σημ. συντ: έχει ήδη συντελεσθεί), β) μερική μυστηριακή κοινωνία (σημ. συντ: συντελείται δια των συμπροσευχών) και γ) πλήρης μυστηριακή κοινωνία”»[20]. Μήπως εκεί συστηματικά οδηγεί η περιφρόνηση της κανονικής τάξεως της Εκκλησίας μας και απλώς δεν ομολογείται; π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος Πάτρα 22 . 6 . 2009.

Σημειώσεις [1] Ολόκληρο το άρθρο στη διαδικτυακή τοποθεσία: http://www.alopsis.gr/alopsis/feidas.pdf [2] Ιω. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης (Αθήναι 1972), σ. 950. [3] G.W.H. Lampe, A Patristic Greek Lexicon, (Οξφόρδη 1961), σ.σ. 1290, 1325-1326. [4] Πράξ. 26, 29. Ρώμ. 9, 3. 2 Κορινθ. 13, 7, 9. Ιακ. 5, 16. 3 Ιωάν. 2. [5] PG 140, 620Α. [6] Σ. Μπιλάλη, Ορθοδοξία και Παπισμός, (Αθήναι 1969), τ. Β΄ σ. 367. [7] Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1953, σ.σ. 905-925. [8] Ι. Πόποβιτς, «Ορθοδοξία και “Οικουμενισμός”. Μία Ορθόδοξος γνωμάτευσις και μαρτυρία», στο Κοινωνία, 18,2 (1975), σ. 98. [9] «Εγκύκλιος προς τους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών» (31 Ιανουαρίου 1952), στο: Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, σ.σ. 962-963. [10] Β. Αρχοντώνη, Περί την κωδικοποίησιν των Ι. Κανόνων και των κανονικών διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 73. [11] Ορθόδοξος Τύπος, φ. 1334/24.9.99. [12] Αναλυτικότερα βλ. Αν. Γκοτσοπούλου, «ου δεί αιρετικοίς η σχισματικοίς συνεύχεσθαι», Πάτρα 2008, σ. 56-114, όπου και σχετική βιβλιογραφία. [13] Για να θυμηθούμε ολοκλήρους τους ύμνους: «Κωνσταντίνου η πόλις, Πρωτοκλήτου λυχνία τε άγει εορτήν λαμπροφόρον δεχομένη τον Πρόεδρον, Ρωμαίων Εκκλησίας της σεπτής, καθέδρας Κορυφαίου μαθητού, φιλαδέλφω διαθέσει τε εκ ψυχής, ευξώμεθα γηθοσύνως: Μείνον, Παράκλητε, εν ημίν, άγων ημάς προς σήν αλήθειαν, ίν’ ομοφώνως στόματι ενί, καρδία Σε δοξάζωμεν» και «Ναύς, η πάντιμος Ορθοδοξίας αγλαΐζεται νυν δεχομένη, εκ Δυσμών σεπτόν Ποιμένα και Πρόεδρον καλλιερούσα δ’ ευσήμως ευφραίνεται εν ευσεβεία Χριστόν ικετεύουσα: Τη δυνάμει σου τον κόσμον σου περιφρούρησον εν’ ομονοία συντηρών ως υπεράγαθος» και την δέηση: «Έτι δεόμεθα υπέρ του Αγιωτάτου Επισκόπου και Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου και του Αρχιεπισκόπου και Πατριάρχου ημών Βαρθολομαίου και υπέρ του κατευθυνθήναι τα διαβήματα αυτών εις παν έργον αγαθόν»! [14] Π. Σημάτη, Είναι αίρεση ο Παπισμός; Τι λένε οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Άγ. Πατέρες, σ.σ. 23-56. [15] Ανωνύμου, Ο πειρασμός της Ρώμης, έκδ. Ι.Μ.Κουτλουμουσίου, σ.σ. 85-115. [16] Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, σ.σ. 932-946. [17] Θ. Ζήση, «Για τη συμπροσευχή Πατριάρχου και Πάπα ποια σύνοδος θα επιβάλει την κανονικότητα;», Θεοδρομία, 6,2 (2004), σ.σ. 174-175. [18] Ιεράς Εκτάκτου Διπλής Συνάξεως της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους Άθω, «Περί του Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών», Κοινωνία, 23,2 (1980), σ.σ. 126-127. [19] Στυλιανού, Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας, «Ο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών Θεολογικός Διάλογος, Προβλήματα και προοπτικές», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 29 (1986-1989), σ.σ. 22-24. [20] Π. Ροδόπουλος, Μητρ. Τυρολόης και Σερεντίου, στο Π. Σημάτη, Η Πατερική στάση στους θεολογικούς διαλόγους και ο Οικ. Πατριάρχης Βαρθολομαίος, Τρίκαλα-Αθήνα 2008, σ. 5

Σχολιάστε

Filed under Iστολόγια